Του Βασίλη Γαλούπη

Λάτρευε τις γυναίκες, την περιπέτεια, τα γρήγορα αυτοκίνητα και το μαρτίνι. Ήταν πάντα καλοντυμένος, πνευματώδης, κυνικός κι απεχθανόταν να σκοτώνει – το έκανε επειδή ήταν η δουλειά του. Ο Τζέιμς Μποντ είναι ο διαχρονικός, ανάλαφρος ήρωας της σειράς βιβλίων και ταινιών, που εκατομμύρια κόσμος έχει παρακολουθήσει για να χαλαρώσει στον καναπέ. Πόσο πραγματικά κινδυνεύουμε από τον 007;

Ταινίες του Τζέιμς Μποντ της δεκαετίας του ’60 απέκτησαν τώρα σήμανση για «προσβλητικό περιεχόμενο». Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, σε δήλωση αποποίησης ευθυνών, έβαλε προειδοποιήσεις που ενημερώνουν: «Οι ταινίες αυτές περιέχουν γλώσσα, εικόνες ή άλλο περιεχόμενο που αντικατοπτρίζει απόψεις που ήταν διαδεδομένες στην εποχή τους, αλλά θα προκαλέσουν προσβολή σήμερα. Οι τίτλοι περιλαμβάνονται εδώ για ιστορικούς, πολιτιστικούς ή αισθητικούς λόγους και οι απόψεις αυτές δεν υποστηρίζονται σε καμία περίπτωση από το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου».

Οι προειδοποιήσεις του Βρετανικού Ινστιτούτου έρχονται σαν κατάληξη μιας διαδικασίας που αποφασίστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο. Και τα 14 μυθιστορήματα του Φλέμινγκ για τον ήρωά του Τζέιμς Μποντ, που γράφτηκαν μεταξύ 1953 και 1966, θα λάμβαναν λογοκρισία «ευαισθησίας». Η αναθεώρηση στα βιβλία άρχισε από τον Απρίλιο. Αφαιρέθηκαν ξεπερασμένα στερεότυπα, δηλαδή απεικονίσεις εθνοτικών μειονοτήτων, φυλετικές αναφορές, χαρακτηρισμοί κ.ά.

Για παράδειγμα, στις νέες εκδόσεις του «Dr. No», του έκτου βιβλίου του Φλέμινγκ, οι χαρακτήρες των οποίων η φυλή ήταν αναγνωρίσιμη άλλαξαν. Από, π.χ., «Αφρικανοί εγκληματίες» έγιναν «γκάνγκστερ» και από «μαύροι στρατιώτες» αναφέρονται ως «πρώην οδηγοί». Άλλα αποσπάσματα καρατομήθηκαν ως τελείως προσβλητικά, όπως όταν ο Μποντ είδε ένα ζευγάρι να μαλώνει κι ο συγγραφέας έγραψε ότι «μιλούσαν με προφορά του Χάρλεμ».

Ο «007» είναι μόνο ένα από τα πολλά περιστατικά λογοκρισίας. Ολόκληρη η κλασική λογοτεχνία γράφεται ξανά για να αφαιρεθεί ό,τι θεωρείται σήμερα «προσβλητική γλώσσα», ώστε να συμμορφώνεται με τις τρέχουσες… ευαισθησίες.

Στα κλασικά παιδικά βιβλία του Ρόαλντ Νταλ έχουν αφαιρεθεί επίθετα όπως «χοντρός» και «άσχημος», καθώς κι αναφορές στο φύλο των χαρακτήρων. Ξεσηκώθηκε τόση αντίδραση από αναγνώστες, που ο εκδοτικός οίκος ανακοίνωσε ότι θα κρατήσει αναλλοίωτα κείμενα για όσους προτιμούν τα πρωτότυπα.

Στο διάσημο βιβλίο μυστηρίου της Αγκάθα Κρίστι «10 μικροί Νέγροι», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1939 και παραμένει αυτό με τις περισσότερες πωλήσεις, επιβλήθηκε να αλλάξει τίτλο, με απειλή απόσυρσης από την αγορά. Μετονομάστηκε «Και στο τέλος δεν έμεινε κανείς».

Το παιδικό βιβλίο της Ούρσουλα Λε Γκεν με μικρά γατάκια κρίθηκε πολιτικά μη ορθό. Αντικαταστάθηκαν οι λέξεις «κουτσό» και «χαζό», με ειδική σημείωση για τους αναγνώστες.

Ακόμα και το διαχρονικά αγαπημένο έργο των παιδιών «The Muppet Show» απέκτησε ειδική σήμανση περιεχομένου στην πλατφόρμα της Disney.

Κι ενώ τα παιδιά ξαφνικά θεωρείται ότι κινδυνεύουν από τον Κέρμιτ και τη Mις Πίγκι, εκτίθενται σε ακραία βία και βλακεία στο ίντερνετ. Μπορούν, επίσης, ανενόχλητα να μοιράζονται βιντεάκια με βιασμούς στις τουαλέτες των σχολείων τους.

Η ιστορική ακρίβεια και η πραγματικότητα αντιμετωπίζονται ως πράγματα που μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν. Ολόκληρες εποχές κι έργα της ανθρωπότητας «ακυρώνονται». Όμως, αυτές οι ετσιθελικές τροποποιήσεις εγκυμονούν τεράστιους κινδύνους.

Η παράλογη λογοκρισία, συχνά μεταθανάτια ύστερα από δεκαετίες ή αιώνες, αλλοιώνει το πνεύμα των έργων και διαστρεβλώνει την πραγματικότητα της εποχής κατά την οποία γράφτηκαν. Ο τωρινός φανατισμός, όμως, δημιουργεί κυρίως ένα επικίνδυνο προηγούμενο. «Σκέφτεστε τι θα συνέβαινε αν κάποιος διαφορετικής προδιάθεσης ή ιδεολογίας έπιανε το στυλό και άρχιζε να διαγράφει πράγματα;» σχολίασε ο οργανισμός για την ελεύθερη έκφραση στις ΗΠΑ.

Η λογοκρισία και ο περιορισμός της δημιουργικής σκέψης δεν άρχισαν τη δεκαετία που διανύουμε. Η αρχαιότερη μορφή λογοκρισίας ήταν η καύση βιβλίων για να διαγραφεί η Ιστορία.

Τώρα η ίδια λογοκρισία επιστρέφει ως κοινωνικά επιβεβλημένη. Οι συνέπειες που προκαλεί είναι ακριβώς οι ίδιες με εκείνες των μαύρων εποχών κατά τις οποίες έκαιγαν βιβλία στην πυρά. Μόνο που σήμερα πραγματοποιείται ως μια επικίνδυνη απόσπαση της προσοχής. Μπορεί, δηλαδή, η Ιστορία να ξαναγράφεται με τον πιο ηλίθιο τρόπο και η πραγματικότητα να αποκρύπτεται, αλλά ξαφνικά αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης, της λογοτεχνίας, ακόμα και του τρόπου που μας επιτρέπεται -ή όχι- να σκεφτόμαστε.

Όταν σε ένα βιβλίο εμφανίζονται λέξεις όπως «άσχημος», «χαζός», «ετοιμοθάνατος», «μαύρος» ή «άσπρος», πρέπει να «εξυγιανθούν» με όρους γενικούς. Η ίδια η πραγματικότητα, αν δεν είναι ευχάριστη ή στρογγυλεμένη, οφείλει στο εξής να εκλείψει ως «προσβλητική».

Οι μεγάλοι κλασικοί «βιώνουν», αναγκαστικά, μια κρίση ταυτότητας. Η αρχαία Ελλάδα, ο Πλάτωνας, η αθηναϊκή δημοκρατία πρέπει να πεταχτούν κλοτσηδόν απ’ το βάθρο τους. Κατηγορούνται για… ρατσισμό και για έλλειψη… συμπερίληψης.

Η αρχαία Αθήνα ήταν υπερβολικά «λευκή» και υπήρχαν σκλάβοι, τα αρχαιοελληνικά αγάλματα είναι «σεξιστικά», ο Τσιτσάνης είχε γράψει το «Τρελός Τσιγγάνος» και τη «Μάγισσα της Αραπιάς», ο Μάνος Λοϊζος «Τα νέγρικα», ο Τζέιμς Μποντ είχε κάποτε μεταμφιεστεί σε Κορεάτη, ενώ ο Μόγλης δεν ήταν φυλετικά ευαίσθητος. Το «Όσα παίρνει ο άνεμος» έδειχνε σκλάβους σε βαμβακοφυτείες και γι’ αυτό εξαφανίστηκε από τις πλατφόρμες ταινιών.

Όλα αυτά αναθεωρούνται βίαια σήμερα, με υποτιθέμενο στόχο να αφαιρεθεί η «προσβλητική» γλώσσα. Φτάσαμε ήδη να ακροβατούμε μεταξύ πολιτιστικού «μοντάζ» και παραλογισμού. Πού ακριβώς, όμως, τραβάμε τη γραμμή; Διότι όλο αυτό καταλήγει στον μεγαλύτερο και μαζικότερο ακρωτηριασμό του ανθρώπινου πνεύματος στην Ιστορία.

antinews