Μια αφετηριακή επισήμανση είναι αναγκαία, από την στιγμή κατά την οποία η Πολιτική αφορά στην βιολογική πραγματικότητα και όχι φαντασιακά ή ιδεολογικά κατασκευάσματα:

α) Τα φύλα καθορίζονται από τα γονίδια και είναι μόνο δυο (2).

β) Κάθε αποκλίνουσα γονιδιακή έκφραση αποτελεί εξαίρεση και όχι κανόνα της φύσης και πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον τρόπο που ορίζεται από την επιστημονική σκέψη και την φιλοσοφική αντίληψη.

γ) Η αντίληψη του ίδιου φύλου, ως διαφορετικού από το γενετικά προσδιορισμένο, αν δεν υπάρχει κάποια σπάνια γονιδιακή ή φυσιολογική παρέκκλιση, θεωρείται διαταραχή προσωπικότητας και αντιμετωπίζεται ιατρικά, πάντα με απόλυτο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ελευθερία του ατόμου.

δ) Το δικαίωμα σε οτιδήποτε και οποιουδήποτε καθορίζεται με μέτρο τα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων και δεν πρέπει να προκαλούν διαταραχές του κοινωνικού ιστού, κάτι που η πολιτεία οφείλει επίσης να σέβεται και να προστατεύει.

ε) Το Ιερό Μυστήριο του Γάμου, αποτελεί Θρησκευτική Τελετή και Πράξη, αφορώντας ρυθμιστικώς, αποκλειστικώς και μόνο την θρησκευτική ομάδα στην οποία ανήκουν τα πρόσωπα.

στ) Η τεκνοποιία αφορά μόνο φυσιολογικά βιολογικά ζευγάρια (ο ζυγώτης προκύπτει μόνο και αποκλειστικώς από ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό γαμέτη) και επομένως δεν μπορεί να αποτελεί «δικαίωμα», αλλά μόνο υποχρέωση των δυο φύλων.

ζ) Ένα παιδί που κυοφορείται πρέπει να έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να «γαλουχείται» από την βιολογική μητέρα του και όχι από οποιονδήποτε άλλο.

η) Η έννοια της «παρένθετης μητέρας» δεν μπορεί να αποτελεί επάγγελμα ή εκμετάλλευση. Η βίαιη απομάκρυνση του νεογέννητου από την φυσική του μητέρα είναι πράξη απάνθρωπη και αντικοινωνική. Είναι δε απορίας άξιον πως οι, κατά τα άλλα λαλίστατες «για το δικαίωμα στην έκτρωση», φεμινιστικές οργανώσεις κρατούν σιγή ιχθύος για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Το όλο ζήτημα της νομικής ρύθμισης του περιβόητου «γάμου των ομοφύλων» και όλες του οι «ουρές» δεν αφορούν αυτήν την ώρα παρά οριακές μειοψηφίες (που τάχα «έχουμε την υπέρτατη υποχρέωση να τις προστατεύσουμε, αυτές και τα δικαιώματά τους»). Αυτό άλλωστε, δηλώθηκε, με τον χαρακτηριστικά και ομοιόμορφα κυνικό τρόπο των σημερινών ευρωελίτ, και από τα πρωθυπουργικά χείλη, στην πρόσφατη συνέντευξή του στην ΕΡΤ, εφόσον μάλιστα τα μηνύματα έρχονται σχετικά με το ότι αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» μπορούν να επιφέρουν μεγάλο πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση. Επομένως, προς τι άραγε η μεθοδευμένη ανάδειξη του ζητήματος σε μείζον και ο προβιβασμός του σε κομβική και αναγκαία μεταρρύθμιση; Τόσα και τόσα άλλα, πραγματικά καίρια άλλωστε, τα έχουν περάσει «νύχτα» και από την «πίσω πόρτα».

Η προσεκτικότερη παρατήρηση του όλου ζητήματος οδηγεί σε ένα διπλό συμπέρασμα: Ο ζήλος για την προώθηση της συγκεκριμένης «γραμμής» προέρχεται από ισχυρά συστημικά κέντρα, που στην δική τους ατζέντα αποσυναρμολόγησης των κοινωνιών και αποκοινωνικοποίησής τους δείχνει ότι αποτελεί πραγματικά στρατηγική προτεραιότητα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Οι σχετικές πρωτοβουλίες είναι άλλωστε συγχρονισμένα χορογραφημένες σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αφορούν κι άλλες διαστάσεις που δεν χωρούν στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.

Η επιχείρηση αυτή ξεκινά ως ρύθμιση «δικαιωμάτων μειοψηφιών», με τις επιδιώξεις να μην είναι περιορισμένα νομικές, αλλά βαθύτατα κοινωνικοπολιτικές και αφορούν μοριακές λειτουργίες μέσα στο κοινωνικό σώμα και την μετάλλαξη των αρμών που εξασφαλίζουν την κοινωνική επιβίωση. Ως προς αυτό το τελευταίο, ο κομβικός ρόλος που έχει παίξει η Οικογένεια στην Ελλάδα, για την αντιμετώπιση της κρίσης των τελευταίων 15 ετών, είναι καίριας σημασίας ζήτημα για όλες τις στρατηγικές των ελίτ που θέλουν να απογυμνώσουν, να ατομικοποιήσουν, να αποκοινωνικοποιήσουν (να «απελευθερώσουν», στην απεχθή «woke» διάλεκτο) τα εργαζόμενα μέλη της κοινωνίας και να τα «αποδώσουν» στις αγορές (εργασίας, κατοικίας, καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών) αποδυναμωμένα ως προς την ικανότητα προβολής αντιστάσεων.

Η προσπάθεια που γίνεται είναι για μια «ετσιθελική» και «από τα πάνω» επιβολή (τώρα, που οι συσχετισμοί δυνάμεων είναι ευνοϊκή) αξιών, προτύπων, ταυτοτήτων, διαχωρισμών καλού – κακού, προόδου – οπισθοδρόμησης. Εδώ πρόκειται για μια επιθετική, προκλητική επίδειξη επιβολής προτεραιοτήτων, που ακόμα και όταν η κοινωνία δεν τις απορρίπτει ρητά, της είναι ξένες και οπωσδήποτε δεν σχετίζονται με όσα την «καίνε». Κι αυτό, γεννά μια υπόκωφη αποξένωση των συστημάτων εξουσίας από την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία με όλες τις δυνατότητες, αλλά και τις δύσκολες αντιφάσεις μιας τέτοιας κατάστασης.

Τρία πράγματα είναι χαρακτηριστικά: Η αντίστιξη ανάμεσα στην «ευαισθησία» των κυβερνώντων για τα δικαιώματα τής κάθε φορά κατασκευασμένης αποπολιτικοποιημένης «ευπαθούς κοινότητας» και στην απίστευτη επιθετικότητα, με την οποία την ίδια στιγμή αντιμετωπίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων που παρουσιάζονται σταθερά ως εμπόδιο που φρενάρει την «απελευθέρωση» (των αναγκών της κεφαλαιοκρατίας βεβαίως…). Δεύτερος μεγάλος στόχος του ειδικότερα «έμφυλου δικαιωματισμού», είναι το γυναικείο ζήτημα, δηλαδή η βραχυκύκλωση της φυσικής πορείας των γυναικών προς την ολοκλήρωσή τους. Κάτι τρίτο είναι λιγότερο εμφανές: Τα «δικαιώματα» ως μοχλός οικοδόμησης μιας σύγκρουσης γενεών, που επιδιώκει να κλονίσει το σύνολο των διαγενεακών μεταβιβάσεων και τρόπων επικοινωνίας. Κρίσιμη πλευρά, που επηρεάζει πολυεπίπεδα τις δυνατότητες προβολής αντιστάσεων.

Στην ουσία, έχουμε μια ολόκληρη «εργαλειοθήκη» συνεργατικών χειρισμών όλου του συστημικού πολιτικού φάσματος, που επιδιώκει να οριοθετήσει – γκετοποιήσει έναν «αρνητικό πόλο», απονομιμοποιώντας και εξοστρακίζοντας όλες τις ανησυχίες, τους φόβους, τα ενδιαφέροντα και τις προτεραιότητες της πλειοψηφικής εργαζόμενης κοινωνίας, που ασφυκτιά πολλαπλώς συμπιεζόμενη, αποσυγκροτούμενη και πολιτικά ανέκφραστη. Όπως ο Μητσοτάκης, είχε πει εκείνο το αμίμητο, ότι για τον νέο από το Περιστέρι «ο προορισμός του είναι να γίνει ψυκτικός», έτσι για τα «πληβειακά» στρώματα η «ενδεικνυόμενη» από το καθεστώς διέξοδος του υποβόσκοντος αντισυστημισμού τους «πρέπει» να είναι η συμμοριακή βία και ο χουλιγκανισμός.

Και για το τέλος κάτι ακόμα γενικότερο. Εντυπωσιάζει αρνητικά ο ακραία αυταρχικός (Οργουελιανής συμπεριφοράς) χαρακτήρας αυτής της πλατφόρμας «δικαιωματισμών» και «ακύρωσης» στο σύνολό της, αλλά και ο πρωτογονισμός τής μισαλλοδοξίας της και τα χαρακτηριστικά επιβολής «ενιαίας σκέψης». Είναι, λοιπόν, αναγκαία η αντίθεσή μας σε αυτό το κύμα παραπληροφόρησης και επιβολής. Είναι θέμα Υπεράσπισης της Αξιοπρέπειάς μας, της κοινωνικής συνοχής και της διανοητικότητας – πνευματικότητας, που ταλαιπωρούνται αφάνταστα από τους σύγχρονους ιεροεξεταστές της «πολιτικής ορθότητας».

Γιώργος Μάστορας – ellhnes.net