Θεωρώ βέβαιο ότι ο ιστορικός του μέλλοντος θα αποδώσει στους Έλληνες από τα τέλη του 20ού μέχρι και αυτά του 21ου αιώνα τον χαρακτηρισμό «εγκληματίες παιδείας». Όπως λέμε «εγκληματίες πολέμου», κάπως έτσι και χειρότερα. Χειρότερα γιατί ο πόλεμος αποτελεί μια ειδική συνθήκη που οδηγεί την ανθρώπινη ύπαρξη στα όριά της, καθώς τη φέρνει κάθε λεπτό αντιμέτωπη με το ζήτημα της επιβίωσής της. Αντίθετα, το να περιέρχονται ένα ολόκληρο έθνος και μία κοινωνία επί δεκαετίες στην κατάσταση του αυτόχειρα, «σκοτώνοντας» ή αδυνατώντας να αποτρέψει τον «θάνατο» της παιδείας τους, αποτελεί μάλλον καινοφανές φαινόμενο.

Από αυτόν τον χαρακτηρισμό δεν μπορεί να γλιτώσει κανένας μας και τίποτα από όσα λειτουργούν (;) στη χώρα μας. Και οι ελάχιστες εξαιρέσεις δεν φτάνουν για να καταστήσουν «απαράδεκτη γενίκευση» το γεγονός για όποιον με λερωμένη τη φωλιά του θα επιχειρούσε να το ισχυριστεί. Ας τα δούμε ένα ένα.

Τα κόμματα: γιατί ούτε εκπόνησαν ούτε κοινοποίησαν ποτέ ένα πλήρες και σύγχρονο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με πραγματικό ενδιαφέρον για τη νεολαία μας ούτε πολύ περισσότερο διανοήθηκαν ότι όφειλαν να συμβάλλουν σε έναν εθνικό διάλογο, σχεδιασμό και συστράτευση για κάτι τέτοιο μεταξύ τους.

Οι κυβερνήσεις: γιατί καμία και ποτέ δεν επιχείρησε να θέσει με όραμα μακροπρόθεσμες βάσεις στην παιδεία μας, να αξιοποιήσει τους ειδικούς επιστήμονες και τους εκπαιδευτικούς γι’ αυτό, να αντιγράψει επιτυχημένα πρότυπα άλλων κρατών, αλλά πάντα περιορίζονταν σε διαχειριστικές λογικές με βασικό γνώμονα τα συντεχνιακά συμφέροντα, την ψηφοθηρία και το εκλογικό αποτέλεσμα.

Οι ακαδημαϊκοί, οι πανεπιστημιακοί, οι διανοούμενοι: γιατί, παρά τις μεμονωμένες και άψογα τεκμηριωμένες επισημάνσεις και καταγγελίες τους, ουδέποτε έριξαν στην υπόθεση όλο το ειδικό βάρος της γνώσης και της διαδρομής τους, διακινδυνεύοντας τα κεκτημένα των θέσεων και της δημόσιας παρουσίας τους.

Οι ευεργέτες, οι οικονομικοί παράγοντες: γιατί, παρά τις διακηρύξεις τους, συνήθως σε λαμπερά συνέδρια, βραβεύσεις και εγκαίνια, και τις προσφερόμενες υποτροφίες, ουδέποτε παρενέβησαν αποφασιστικά με σχέδιο και με στόχο την ευημερία του τόπου, τόσο στην υποτιθέμενη σύνδεση της αγοράς με την εκπαιδευτική διαδικασία όσο και στην «υιοθεσία» των ψυχορραγούντων δημόσιων σχολείων.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δασκάλων και καθηγητών: γιατί ανέχτηκαν τη διάλυση των πάντων και πρωτίστως τη βαριά υποτίμηση των συναδέλφων τους από το υπουργείο Παιδείας, αδυνατώντας και να ενημερώσουν τους πολίτες για τις ανυπολόγιστες συνέπειες της επιχειρούμενης λοβοτομής εις βάρος των παιδιών τους και να καταθέσουν μια συγκεκριμένη πειστική πρόταση για την παιδεία μας, αναλαμβάνοντας πρώτοι και ειδικότεροι το κόστος για την υλοποίησή της.

Οι φροντιστές: γιατί βιοπορίστηκαν δίχως τύψεις πάνω σε μία καταστροφή.

Οι γονείς: γιατί αγνόησαν, αδιαφόρησαν και ουσιαστικά συναίνεσαν με την ανοχή τους σε όλα όσα τραγικά συντελέστηκαν εις βάρος της καλλιέργειας και της μόρφωσης των παιδιών τους, παραμυθιασμένοι από «επιτυχίες» και «γνώσεις» δίχως αντίκρισμα. Η πορεία προς μια αξιοπρεπή ζωή δεν μαθαίνεται παπαγαλία.

Οι μαθητές: ως εκ της νεότητάς των οι μόνοι ένοχοι με ελαφρυντικά. Αλλά και με μια καταδίκη, μεγάλο βάρος που θα το αντιληφθούν όσο μεγαλώνουν. Ήταν αυτή η ζωή που τους αφορά και όχι αυτή που παρακολουθούσαν σαν δική τους…

Του Γιώργου Κ. Στράτου – antinews