Η κυβέρνηση από την πλευρά της, λόγω της βελτίωσης της οικονομίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, κατόρθωσε να ανεβάσει το δίκτυ ασφαλείας των ελάχιστων αμοιβών των εργαζομένων. Αυξάνοντας τον κατώτατο μισθό σταδιακά από τα 650 ευρώ το 2019, στα 663 ευρώ τον Ιανουάριο του 2022, στα 713 ευρώ τον Μάιο του 2022, για να καταλήξει στα 780 ευρώ από τον Απρίλιο του 2023.

Όσον αφορά τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές, αυτές βρίσκονται σήμερα στα 667 ευρώ ή στα 778 σε μηνιαία βάση (14/12), αν συνυπολογιστούν τα δώρα του Πάσχα, των Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας. Κάτι που οφείλουμε να λαμβάνουμε πάντα υπ’ όψιν μας, όταν προβαίνουμε σε συγκρίσεις με τους μισθούς των εργαζομένων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η τελευταία υποχρεωτική αύξηση ήταν λοιπόν της τάξης του +9,4% και αφορούσε τον κατώτατο μισθό και μόνο. Το ίδιο χρονικό διάστημα, οι εργοδότες προέβησαν σε αύξηση του μέσου μισθού κατά +6,4%. Αφού τους το επέτρεψαν τόσο οι συνθήκες της ευρύτερης οικονομίας, όσο και το δικό τους επιχειρηματικό οικοσύστημα. Έτσι είδαμε μεγάλο αριθμό εργαζομένων να περνά σε νέα και υψηλότερα επίπεδα αμοιβών, με τον μέσο μισθό να διαμορφώνεται πλέον στα 1.251 ευρώ.

Δυστυχώς, όμως, ο κατώτατος και ο μέσος μισθός φέρνουν την Ελλάδα στις χαμηλές κατηγορίες ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι μόνο σαν απόλυτα μεγέθη, αλλά και με όρους αγοραστικής δύναμης. Είναι λοιπόν οι μισθοί στη χώρα μας χαμηλοί; Ναι, είναι. Προστατεύουν τους εργαζόμενους από την ακρίβεια και τον πληθωρισμό; Όχι, σε ικανοποιητικό βαθμό. Το ζήτημα είναι, τι μπορεί να γίνει γι’ αυτό.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις των αναλυτών αναμένονται αυξήσεις του κατώτατου μισθού όχι μόνο μέσα στο 2024, αλλά τουλάχιστον μέχρι το 2027. Και αυτές ίσως να είναι αυξήσεις, που ενδεχομένως θα δημιουργήσουν οικονομικό πρόβλημα στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που λειτουργούν ήδη μέσα σε ένα δυστοπικό περιβάλλον, αμείβοντας τους υπαλλήλους τους με τον κατώτατο μισθό.

Γιατί όμως οι μισθοί είναι τόσο χαμηλοί στην Ελλάδα, προκαλώντας μια σειρά από οικονομικές και κοινωνικές παρενέργειες στην κοινωνία; Η απάντηση είναι μια. Είναι η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας στη χώρα μας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, η οποία καταγράφεται κάθε χρόνο όχι μόνο από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), αλλά και από το Ελληνικό Συμβούλιο Παραγωγικότητας στα πλαίσια του ΚΕΠΕ.

Η ελληνική παραγωγικότητα της εργασίας, δηλαδή το παραγόμενο προϊόν ανά εργατοώρα, βρίσκεται στο 61% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο 55% του μέσου όρου των χωρών τηςΕυρωζώνης.

Παράλληλα, η ελληνική παραγωγικότητα σε ώρες εργασίας είναι περίπου στο 49% του μέσου όρου των 27 χωρών της ΕΕ και στο 43% του μέσου όρου των 19 χωρών της Ευρωζώνης.

Οι χαμηλές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας, οφείλονται κυρίως στη μη αξιοποίηση της τεχνολογίας στην εργασία, καθώς και στη μη επίτευξη οικονομιών κλίμακας.

Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων παγίων στοιχείων, ώστε να υπάρξουν ευεργετικές επιδράσεις στην απασχόληση, στο παραγόμενο προϊόν της οικονομίας και στους πραγματικούς μισθούς.

Επομένως, η καινοτομία, η ψηφιακή τεχνολογία, οι μεταρρυθμίσεις, οι επενδύσεις και τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα μπορούν να εγγυηθούν σήμερα υψηλότερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες απασχόλησης. Δεν μπορούμε να περιμένουμε αυξήσεις στους μισθούς, ανοίγοντας καφέ και μπαράκια. Ούτε ιδρύοντας μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που κινούνται στα πλαίσια, του «τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του» που λέει η λαϊκή ρήση.

Σήμερα στη χώρα μας, περισσότερες από 200.000 επιχειρήσεις απασχολούν μέχρι τέσσερις εργαζόμενους. Και άλλες 80.000 απασχολούν μέχρι δέκα εργαζόμενους. Είναι δυνατόν αυτές οι επιχειρήσεις λόγω του μικρού τους μεγέθους να προσφέρουν υψηλές αμοιβές; Στην πλειοψηφία τους, όχι.από liberal.gr