κάποιος δυσκολεύεται να καταλάβει τις διαφορές, ανάμεσα στα πράσινακίτρινα και μπλε τιμολόγια, δεν έχει παρά να ρίξει μια ματιά στον συγκριτικό πίνακα της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας. Αυτό που χωρίζει τον φθηνότερο από τον ακριβότερο πάροχο είναι 3 με 4,5 λεπτά σε κάθε κατηγορία.

Τι σημαίνει αυτό για ένα μέσο νοικοκυριό με κατανάλωση 500 κιλοβατώρες; Όφελος 20 ευρώ το μήνα. Δηλαδή η διαφορά μεταξύ φθηνότερου και ακριβότερου προμηθευτή, ανεξαρτήτως χρώματος, διαμορφώνεται στα 200 ευρώ το χρόνο. Και αυτό σημαίνει ότι όποιος δεν θέλει να «χαρίσει» στον ακριβό προμηθευτή του 200 ευρώ, τώρα που βλέπει και τη θέση του στη λίστα, μπορεί κάλλιστα να επιλέξει κάποιον φθηνότερο.

Τα πράγματα με τα πολύχρωμα τιμολόγια είναι τελικά πιο απλά απ’ ότι νομίζαμε. Στον συγκεκριμένο πίνακα βλέπουμε συγκεντρωτικά τα τιμολόγια της κάθε εταιρείας. Και μπορούμε να συγκρίνουμε «μήλα με μήλα» και «πορτοκάλια με πορτοκάλια». Τις τιμές που δίνει η κάθε μια για κάθε κατηγορία τιμολογίων. Αυτονόητο; Καθόλου. Μέχρι σήμερα μια τέτοια άσκηση ήταν πρακτικώς αδύνατη.

Θα δούμε ακόμη χαμηλότερες τιμές στο ρεύμα; Καθόλου απίθανο εάν βοηθήσει και η θεά τύχη, δηλαδή παραμείνει αυτός ο ασυνήθιστα ήπιος χειμώνας στην Ευρώπη και συνεχιστεί η αποκλιμάκωση της τιμής στο φυσικό αέριο, το οποίο καθορίζει τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Κρίνοντας από τις αναλύσεις των ξένων οίκων, αλλά και των ίδιων των παρόχων, είναι ένα αρκετά πιθανό σενάριο. Μην βιαστείτε επομένως να «κλειδώσετε» τιμολόγιο ρεύματος για μεγάλο διάστημα.

Τμήματα ανάλυσης μεγάλων προμηθευτών προβλέπουν ότι μετά το χειμώνα, καθώς η ζήτηση στο φυσικό αέριο (33,7 ευρώ/ MWh, χθες) θα πέφτει κι εφόσον δεν συμβεί κάποια γεωπολιτική διαταραχή, είναι πιθανό να δούμε τιμές με το 2 μπροστά. Δηλαδή μεταξύ 20-30 ευρώ, όπως την άνοιξη του 2021.

Και αυτό μεταφράζεται με τη σειρά του σε τιμές ρεύματος ακόμη και 12 σεντς αντί για 14-15 σεντς η κιλοβατώρα που έδωσε για τον Ιανουάριο η συντριπτική πλειοψηφία των παρόχων. Τι μας συμφέρει επομένως; Ένα καλό κυμαινόμενο πράσινο ή κίτρινο τιμολόγιο και από το Φεβρουάριο τα ξαναβλέπουμε. 

Tα καλά νέα είναι ότι ο ανταγωνισμός ρίχνει τις τιμές και στα πρώτα κίτρινα, κυμαινόμενα, τιμολόγια που ανακοίνωσαν οι πάροχοι.

Τα κίτρινα σε αντίθεση με τα πράσινα, είναι τιμολόγια ανόμοια μεταξύ τους, συνδεδεμένα, πολλές φορές, είτε με υπηρεσίες είτε και με άλλα προϊόντα είτε με συνδυασμό αυτών, άρα δεν είναι εύκολα συγκρίσιμα. Κυρίως έχουν το μειονέκτημα ότι ο καταναλωτής δεν ξέρει με το «καλημέρα» που ακριβώς θα διαμορφωθεί η τελική τιμή. Το μαθαίνει στο τέλος του μήνα τιμολόγησης. Δηλαδή στα τέλη Ιανουαρίου. Κι αυτό, καθώς η τιμή του αναπροσαρμόζεται με βάση την χονδρεμπορική τιμή κάθε τρέχοντος μηνός.

Κι όμως, σε μια συγκυρία πτωτικών τιμών διεθνώς, όπου το φυσικό αέριο κινείται σε επίπεδα 2021, τα κίτρινα τιμολόγια συμφέρουν περισσότερο από τα πράσινα. Και θα αποτελέσουν μάλλον το νέο πεδίο ανταγωνισμού των παρόχων.

Γιατί κίτρινα

Τι μας δείχνει ο πίνακας για τα τιμολόγια που ανακοίνωσαν οι δύο πρώτοι πάροχοι, ΔΕΗ και Protergia; Στη μεν ΔΕΗ, το MyHome 4All έχει τιμή 12,6 λεπτά για κατανάλωση έως 500 κιλοβατώρες και 17,1 λεπτά για πάνω από 500 κιλοβατώρες, με πάγιο 5 ευρώ και στις δύο περιπτώσεις. Στην δε, Protergia έχουμε τέσσερα κίτρινα προιόντα, το Value Fair (13,28 λεπτά και πάγιο 5 ευρώ), το Value Simple (14,06 λεπτά, πάγιο 5 ευρώ), το Plus (16,69λεπτά, πάγιο 1 ευρώ) και το Helios Value (16,69λεπτά, χωρίς πάγιο).

Και τα έξι αυτά τιμολόγια είναι ευθέως ανταγωνιστικά των πράσινων. Ξεκινούν από τα 12,26 και φτάνουν στα 17,1 σεντς. Οταν στα πράσινα, οι τιμές παίζουν μεταξύ 13,6 σεντς και 17,06 σεντς / KWh.

Γιατί όμως τα κίτρινα είναι καλύτερη λύση σε μια φάση όπου οι τιμές στα χρηματιστήριαενέργειας κινούνται πτωτικά; Η εξήγηση είναι απλή: Το ρίσκο για τον πάροχο σε ένα πράσινο τιμολόγιο είναι μεγαλύτερο απ’ ότι σε ένα κίτρινο, καθώς η τιμή καθορίζεται με βάση τη διακύμανση της χονδρεμπορικής αγοράς των δύο προηγούμενων μηνών.

Το καθόρισε να είναι έτσι ο αρμόδιος υπ. Ενέργειας Θοδωρής Σκυλακάκης, ώστε ο καταναλωτής να ξέρει από την 1η κάθε μήνα, τι τιμή θα πληρώνει μέχρι και το τέλος του μήνα. Το σκεπτικό του υπουργού ήταν ότι έτσι ο πελάτης μιας εταιρείας θα αισθάνεται πιο ασφαλής στο νέο αυτό τοπίο, μετά το τέλος της εποχής των επιδοτήσεων.

Επειδή όμως η εταιρεία δεν γνωρίζει τι είδους χρηματιστηριακές διακυμάνσεις μπορεί να συμβούν στη διάρκεια των τριάντα αυτών ημερών, φορτώνει το πράσινο τιμολόγιο με μεγαλύτερο κόστος αντιστάθμισης. Αντίθετα, το κίτρινο έχει μικρότερο ρίσκο για τον πάροχο, καθώς αναπροσαρμόζεται με βάση τη χονδρεμπορική τιμή κάθε τρέχοντος μηνός.

Συμπέρασμα; Σε μια συγκυρία ανόδου των τιμών ο κάτοχος του κίτρινου θα χρεωθεί περισσότερο. Τώρα, όμως που οι τάσεις είναι καθοδικές, ωφελείται έναντι εκείνου που βρίσκεται στο πράσινο. Στην τρέχουσα χρονική περίοδο όπου η τιμή στο φυσικό αέριο, είναι πτωτική, το πράσινο αποδεικνύεται ακριβότερο. Και ο έχων πράσινο τιμολόγιο δεν θα καρπωθεί την όποια μείωση τιμής θα «βλέπει» στον λογαριασμό του ο πελάτης με κίτρινο.

Το μειονέκτημα φυσικά στα κίτρινα είναι, όπως είπαμε, η αδυναμία της μεταξύ τους σύγκρισης. Ο κάτοχος του δεν είναι εύκολα σε θέση να δει τι τιμές προσφέρουν όλοι οι υπόλοιποι πάροχοι. Τα προϊόντα αυτά δεν είναι ομοιόμορφα για όλους τους παρόχους, όπως τα πράσινα, διαφέρουν και δεν περιλαμβάνουν πανομοιότυπες παραδοχές και ίδιες φόρμουλες υπολογισμού.

Και τα μπλε σταθερά;

Τα μπλε έχουν το πλεονέκτημα ότι ο καταναλωτής «κλειδώνει» την τιμή της KWh που καταναλώνει για έξι ή δώδεκα μήνες και έτσι έχει το κεφάλι του ήσυχο. Και η τιμή αυτή παραμένει σταθερή ανεξάρτητα των διακυμάνσεων του φυσικού αερίου, των χρηματιστηρίων ενέργειας, της μικρής ή μεγαλύτερης διείσδυσης ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Η τιμή στην αγορά χονδρικής από την οποία αγοράζουν ρεύμα οι πάροχοι, είναι κυμαινόμενη, αλλάζει διαρκώς, ανά ημέρα και ώρα. Τα σταθερά τιμολόγια δεν επηρεάζονται από αυτήν.

Και οι τιμές τους; Κινούνται ανάμεσα στα 14,9 και τα 21,1 σεντς, αν και υπάρχει και ένας πολύ μικρός πάροχος με 36 σεντς. Είναι αναμενόμενο η σταθερή αυτή τιμή να είναι υψηλότερη εκείνων στα κυμαινόμενα, πράσινα και κίτρινα. Ενσωματώνει ένα επασφάλιστρο, το κόστος του hedging που έκανε η εταιρεία για να διασφαλίσει σταθερή τιμή για τις ποσότητες ενέργειας των πελατών της, ανεξαρτήτως των διακυμάνσεων στην πραγματική αγορά.

Είναι όμως οι τιμές των μπλε πολύ υψηλότερες από εκείνες των άλλων κατηγοριών; Όχι, διαμορφώνονται μεταξύ 14,9 και 17,9 λεπτά η κιλοβατώρα. Ποτέ μέχρι σήμερα αυτά τα σταθερά τιμολόγια δεν ήταν μόνο κατά 3 με 4 λεπτά ακριβότερα των κυμαινόμενων.

Είναι κάποιο τέχνασμα των παρόχων ; Όχι, απλώς οι προμηθευτές, μπροστά στον κίνδυνο μαζικών μετακινήσεων σε άλλη εταιρεία, προκειμένου ακριβώς να «περιφρουρήσουν» το πελατολόγιό τους, έσπευσαν να προσφέρουν χαμηλά σταθερά τιμολόγια, τα οποία στην ουσία δεσμεύουν τον πελάτη, αφού αν τα «σπάσει» πληρώνει πέναλτι πρόωρης αποχώρησης. Πόσο είναι αυτό; Ορίζεται ρητά σε κάθε σύμβαση και σε μεγάλες εταιρείες διαμορφώνεται στα 100 ευρώ αν η αποχώρηση γίνει τον πρώτο μήνα, και από εκεί και πέρα μειώνεται.

Τελικά, όσο στριφνή και να μοιάζει φαινομενικά η άσκηση εξεύρεσης του καλύτερου τιμολογίου και του φθηνότερου παρόχου, δεν είναι και τόσο στην πραγματικότητα. Αρκεί μια ματιά στον συγκριτικό πίνακα. Εκεί θα βρει κανείς ό,τι χρειάζεται να ξέρει: Μια τελική τιμή που ενσωματώνει τα πάντα. Εκπτώσεις, περιθώρια κέρδους, προσφορές, δωροεπιταγές, παροχές. Οτιδήποτε μπορούσαν να σκαρφιστούν τα τμήματα μάρκετινγκ των παρόχων για να προσελκύσουν τους καταναλωτές είναι ενσωματωμένο σε μια και μοναδική τιμή. Η αγορά ρεύματος γίνεται μια αγορά που λειτουργεί με βάση τις τιμές, όχι με όρους μάρκετινγκ.

Εκπαιδευμένος καταναλωτής

Απαιτεί η απόφαση επιλογής τιμολογίου και παρόχου περίπλοκες οικονομικές γνώσεις ή άλλες δεξιότητες; Όχι. Απαιτεί εκπαιδευμένους καταναλωτές, κάτι που λείπει που από την κουλτούρα μας. Ο εκπαιδευμένος καταναλωτής είναι και ισχυρός καταναλωτής, ο ανεκπαίδευτος είναι αδύναμος. Και αυτή η διαδικασία εκπαίδευσης των καταναλωτών θα συνεχιστεί το επόμενο διάστημα μέσα και από νέα μέτρα, αλλά και ένταση της καμπάνιας για τα νέα τιμολόγια. 

Τέτοιο είναι το μέτρο που ετοιμάζει το υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας με το οποίο η διαδικασία αλλαγής παρόχου θα είναι ευκολότερη για τον συνεπή καταναλωτή. Ένα ακόμη όπλο στα χέρια του, επιτρέποντας του να μετακινηθεί ευκολότερα, με λιγότερη γραφειοκρατία στον φθηνό πάροχο που θα επιλέξει. Αντίθετα, η μετακίνηση για τον ασυνεπή θα παραμείνει δύσκολη.

Ταυτόχρονα, η κίνηση στέλνει και ένα μήνυμα στους παρόχους ότι οι παρεμβάσεις δεν τελείωσαν μετά την ανακοίνωση των νέων τιμολογίων. Και ότι καλό είναι να εντείνουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, ενόψει και των ανακοινώσεων των τιμών τους για το Φεβρουάριο, καθώς η απλούστευση της διαδικασίας μετακίνησης των συνεπών πελατών μπορεί να οδηγήσει σε απότομες αλλαγές μεριδίων στην αγορά…