Σκληρή επίθεση των Γερμανών εργοδοτών στην κυβέρνηση συνασπισμού του Olaf  Scholz – Του καταλογίζουν αποτυχία σε όλους τους τομείς του κυβερνητικού έργου

Με βαρύτατες εκφράσεις και πρωτοφανές για τα χρονικά για της Γερμανίας ύφοςοι Γερμανοί επιχειρηματίες επιτίθενται στην κυβέρνηση συνασπισμού και προσωπικά στον καγκελάριο Olaf Scholz καταλογίζοντάς του την καταστροφή της μεγαλύτερης οικονομίας στην Ευρωζώνη.

Σύμφωνα με τον Rainer Dulger, πρόεδρο της Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γερμανών Εργοδοτών (BDA), οι Γερμανοί επιχειρηματίες εκφράζουν έλλειψη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και δυσαρέσκεια με τις πολιτικές του Βερολίνου, όπως αναφέρει η Bild.
Οι ενέργειες της γερμανικής κυβέρνησης, οι οποίες είναι επιζήμιες για τη γερμανική οικονομία, οδήγησαν σε κρίση εμπιστοσύνης προς τις αρχές, επισημαίνουν οι Γερμανοί επιχειρηματίες.
Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πολυάριθμες προκλήσεις, όπως η υπερβολική γραφειοκρατία, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές και οι ανεπαρκείς επενδύσεις, χωρίς να διαφαίνεται καμία θετική εξέλιξη.

Η κυβέρνηση αποτυγχάνει παντού

«Όταν αυτός ο συνασπισμός ήρθε στην εξουσία, ποτέ δεν πίστευα ότι θα έπρεπε να το πω αυτό: εμείς, ως επιχειρηματίες, έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη σε αυτήν την κυβέρνηση», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Dulger.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο κυβερνητικός συνασπισμός (SPD – Πράσινοι – FDP) παραμελεί τα συμφέροντα της εθνικής οικονομίας και αντ’ αυτού επιτρέπει στη γραφειοκρατία να ανθίσει.
Τα τελευταία χρόνια το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης έχει αυξηθεί κατακόρυφα, καθώς οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες τους αναγκάζονται να πληρώνουν υψηλούς φόρους και εισφορές.
Εν τω μεταξύ, οι αρχές απέτυχαν να επιτύχουν την υποσχεθείσα ασφαλιστική και φορολογική ελάφρυνση ή να προσφέρουν οποιαδήποτε αίσθηση ασφάλειας σχεδιασμού.
«Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποτυγχάνει σε όλα τα μέτωπα», τονίζει ο Dulger.

Μπαράζ ανεκπλήρωτων υποσχέσεων

Ο Dulger σημείωσε επίσης ότι η κυβέρνηση αντί να παράγει αποτελέσματα, μένει προσκολλημένη στην κομματική πολιτική της, η οποία τελικά καταλήγει σε ένα μπαράζ ανεκπλήρωτων υποσχέσεων.
«Δεν έχω δει κανένα οικονομικό θαύμα», υπογράμμισε ο επικεφαλής των Γερμανών επιχειρηματιών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διάθεση μεταξύ των επιχειρηματιών έχει βυθιστεί σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ.
«Αρχίζω να καταλαβαίνω όλο και περισσότερο κάθε θυμωμένο πολίτη», πρόσθεσε.
Η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία της Γερμανίας ανέφερε ότι το ΑΕΠ της χώρας συρρικνώθηκε κατά 0,3% το 2023.
Λαμβάνοντας υπόψη τις εποχιακές προσαρμογές, ο δείκτης υποχώρησε κατά 0,1%.
Το 2022, το ΑΕΠ της χώρας παρουσίασε δυναμική ανάπτυξης 1,8% και 1,9%, αντίστοιχα.
Το 2022, η Γερμανία, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, έχει πληγεί από ενεργειακή κρίση και, κατά συνέπεια, από αυξανόμενο πληθωρισμό, κυρίως λόγω των περιβόητων κυρώσεων που επιβλήθηκαν στη Ρωσία.
Farmers block a highway during a demonstration Tuesday, Jan. 23, 2024 near Beauvais, northern France. Farmers have for months been protesting for better pay and against what they consider to be excessive regulation, mounting costs and other problems. (AP Photo/Matthieu Mirville)

Πρόταση μομφής και από εργαζόμενους – αγρότες στην κυβέρνηση Scholz – Απεργίες, κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις  

Όμως δεν είναι μόνο οι επιχειρηματίες που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη γερμανική κυβέρνηση, η οποία αναμένεται να συντριβεί στις Ευρωεκλογές.
Παράλληλα με την κατάρρευση των ποσοστών του κυβερνητικού συνασπισμού εκτοξεύονται τα ποσοστά του εθνικιστικού κόμματος AfD, που είναι σε παγγερμανικό επίπεδο δεύτερο και διεκδικεί την πρώτη θέση.

Γερμανοί εργαζόμενοι και αγρότες βρίσκονται εδώ και μέρες στους δρόμους και σε δυναμικές κινητοποιήσεις ενώ σε πολιτικό επίπεδο τα τρία κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού καταρρέουν.
Ήδη σε εξέλιξη βρίσκεται η μεγαλύτερη έως τώρα απεργία στους Γερμανικούς Σιδηροδρόμους (DB), η οποία θα διαρκέσει έως το βράδυ της Δευτέρας (29/1/2024. Εμπορευματικές μεταφορές και επιβατικές μετακινήσεις σε όλη τη Γερμανία επηρεάζονται από τις κινητοποιήσεις και ακόμη και το χρονοδιάγραμμα έκτακτης ανάγκης αναμένεται να εκτελεστεί με δυσκολίες, οι οποίες διαφέρουν σε κάθε περιοχή.
Η DB κάλεσε εκ νέου την Ένωση Μηχανοδηγών Γερμανίας (GDL) να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. «Είναι πια καιρός να συνεννοηθούμε, να διαπραγματευτούμε, να βρούμε συμβιβασμούς. Είμαστε έτοιμοι να συναντηθούμε ανά πάσα στιγμή και οπουδήποτε προκειμένου να διαπραγματευτούμε και να συζητήσουμε», δήλωσε εκπρόσωπος της εταιρίας.
Οι συνδικαλιστές ωστόσο εμμένουν στα αιτήματά τους για αυξήσεις 555 ευρώ μηνιαίως στους μισθούς, μείωση των ωρών εργασίας από 38 σε 35 την εβδομάδα για όσους εργάζονται σε βάρδιες και καταβολή εφάπαξ «αποζημίωσης πληθωρισμού», ύψους 3.000 ευρώ. Η DB από την πλευρά της θεωρεί ειδικά το αίτημα για μείωση των ωρών εργασίας ανέφικτο να ικανοποιηθεί, καθώς θα χρειαζόταν νέο προσωπικό, τη στιγμή που διαπιστώνεται έλλειψη εξειδικευμένων εργαζόμενων στα σιδηροδρομικά επαγγέλματα.
Στη νέα πρόταση της Deutsche Bahn προς τους εργαζόμενους, την οποία το συνδικάτο δεν θεωρεί βάση για περαιτέρω διαπραγματεύσεις, περιλαμβάνεται μείωση του χρόνου εργασίας κατά μία ώρα για τους μηχανοδηγούς από την 1/1/2026, αύξηση 4,8% στους μισθούς από τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους, καταβολή μπόνους 5% από τον Απρίλιο του 2025 και εφάπαξ «αποζημίωση πληθωρισμού», αμέσως μετά την επίτευξη συμφωνίας. Σύμφωνα με την πρόταση, η νέα συλλογική σύμβαση εργασίας θα πρέπει να έχει διάρκεια 32 μηνών.
Η τρέχουσα κινητοποίηση εκτιμάται ότι θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην λειτουργία των μεταφορών για την βιομηχανία.


Ιστορικών διαστάσεων οι διαδηλώσεις των Γερμανών αγροτών

Τις κινητοποιήσεις συνεχίζουν και οι Γερμανοί αγρότες που διαμαρτύρονται για τα σχέδια κατάργησης της επιδότησης του αγροτικού diesel.
Εκατοντάδες φορτηγά συγκεντρώθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα κοντά στην Πύλη του Βραδεμβούργου, όπου πραγματοποιήθηκε τεράστιο συλλαλητήριο με σημεία αιχμής την αύξηση στις τιμές των διοδίων και το τέλος διοξειδίου του άνθρακα.


Εκτός από τους αγρότες, που κατέβηκαν στη διαδήλωση με τα τρακτέρ τους, εργαζόμενοι πολλών άλλων κλάδων, όπως της αλιείας, της εστίασης και της διακίνησης προϊόντων απέκλεισαν τους δρόμους γύρω από τη συνοικία των υπουργείων.
Η απεργιακή κινητοποίηση επηρέασε και τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης και διανομής της εταιρείας Amazon, με τους εργαζομένους να αποκλείουν τις εγκαταστάσεις διαμαρτυρόμενοι για τις κακές συνθήκες εργασίας, αλλά και την αλυσίδα σούπερ μάρκετ Aldi.

Η απάντηση του Olaf Scholz

Ο Γερμανός καγκελάριος Olaf Scholz παραδέχεται λάθη της κυβέρνησής του και ομολογεί ότι θα ήθελε «λιγότερο θόρυβο» στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, εν μέσω αμσφσβήτησης στο πρόσωπό του.
Αναγνωρίζει ότι στην χώρα υπάρχει «ανησυχία», ενώ αναλαμβάνει και τις προσωπικές του ευθύνες για τις δυσλειτουργίες.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Die Zeit, δηλώνει επίσης ότι θέλει να αντιμετωπίσει πολιτικά την άνοδο της ακροδεξιάς και ξεκαθαρίζει ότι ουδέποτε σκέφτηκε να παραιτηθεί από την καγκελαρία. «Ως καγκελάριος, φέρω την ευθύνη για την κυβέρνηση. Τελεία», είπα και απέφυγε να επιρρίψει ευθύνες στους κυβερνητικούς του εταίρους. «Θα ήταν παράλογο να πω ότι δεν έχω ανάμιξη» στις διαφωνίες μεταξύ των κυβερνητικών κομμάτων, αναφέρει και προσθέτει ότι μέχρι τώρα «σπανίως ήταν εφικτό να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις χωρίς μακροχρόνιες και δημόσιες διαφωνίες». «Είναι αυτό μια μορφή αυτοκριτικής;», ερωτάται ο καγκελάριος, για να απαντήσει μονολεκτικά: «Ναι».
Ο κ. Scholz εκφράζει πάντως την αισιοδοξία του για το μέλλον της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι τα κεντρικά ζητήματα στα οποία υπήρχαν διαφορετικές «ιδεολογικοπολιτικές απόψεις», όπως οι περικοπές επιδοτήσεων ή η προώθηση μεγάλων έργων υποδομής, έχουν ήδη λίγο έως πολύ συζητηθεί, αλλά παραδέχεται ταυτόχρονα ότι δεν χρειαζόταν τόσος «ενοχλητικός θόρυβος» από το εσωτερικό της κυβέρνησης. Ο ίδιος περιγράφει ακόμη ως ελπιδοφόρο το γεγονός ότι μετά την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου που έκρινε αντισυνταγματική τη χρήση κονδυλίων που προέρχονταν από δανεισμό για τις ανάγκες της πανδημίας σε άλλες πολιτικές, κατέστη δυνατό να προσαρμοστεί τόσο γρήγορα ο προϋπολογισμός του 2024.
Ο Olaf Scholz δηλώνει ακόμη ότι αντιλαμβάνεται την «ανησυχία» στην κοινωνία και την αποδίδει στην ανασφάλεια που προκάλεσε η ρωσική επίθεση στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, συνεχίζει, «μπορεί κανείς να νιώσει ένα αίσθημα αβεβαιότητας, διότι ως μια οικονομικά ισχυρή χώρα, αντιμετωπίζουμε τώρα τις αδυναμίες μας προκειμένου σε 20 και 30 χρόνια από τώρα να υπάρχουν ακόμη εδώ καλές θέσεις εργασίας και να παραμείνουμε τεχνολογικά πρωτοπόροι». Ο συνασπισμός, υποστηρίζει, «δεν ακολουθεί τον εύκολο δρόμο, αλλά προχωρά με θάρρος στις διαμάχες ενόψει των μεγάλων προκλήσεων». Τα τελευταία 10-15 χρόνια έμειναν ανεκμετάλλευτα, υπογραμμίζει, επειδή οι κυβερνήσεις απέφευγαν τις συγκρούσεις, λέει. Σε σχετική ερώτηση, διαψεύδει κατηγορηματικά τις φήμες περί συνάντησης στην καγκελαρία με θέμα ενδεχόμενη αντικατάστασή του και τονίζει ότι ποτέ δεν σκέφτηκε να παραιτηθεί.
Ερωτώμενος σχετικά με την Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) και τις πρόσφατες αποκαλύψεις περί μυστικής συνάντησης στελεχών της με μέλη νεοναζιστικών οργανώσεων, προκειμένου να συζητηθεί σχέδιο δια της βίας μαζικών απελάσεων, ο καγκελάριος λέει χαρακτηριστικά: «Το τζίνι έχει βγει από το λυχνάρι»Απορρίπτει ωστόσο εμμέσως τις εισηγήσεις περί απαγόρευσης του κόμματος, τονίζει ότι αυτό είναι κάτι που απασχολεί τις αρμόδιες αρχές και κυρίως την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος και αντιτείνει την πεποίθησή του ότι «η AfD πρέπει να αντιμετωπιστεί πρωτίστως πολιτικά», με αποφάσεις όπως η μεταρρύθμιση στα θέματα μετανάστευσης. Χαρακτηρίζει πάντως «σημαντική» τη χθεσινή απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου να αποκλείσει το κόμμα «Η Πατρίδα», διάδοχο του ακροδεξιού NPD, από την κρατική χρηματοδότηση που προβλέπεται για τα πολιτικά κόμματα. Σχετικά με την Ουκρανία, ο Olaf Scholz επαναλαμβάνει ότι η Ευρώπη πρέπει να κάνει περισσότερα για την στήριξή της έναντι της Ρωσίας και εκφράζει αφενός τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν έχουν προβλέψει για φέτος επαρκή βοήθεια για το Κίεβο και αφετέρου την ενόχλησή του για την κριτική που ασκείται στο εσωτερικό της Γερμανίας, ότι η κυβέρνηση δεν στηρίζει αρκετά την Ουκρανία, παρότι κάνει πολλά περισσότερα από ό,τι τα άλλα κράτη – μέλη της ΕΕ