Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της Χώρας (ανεξάρτητα από τις όποιες αντιθέσεις και τους σχετικούς ανταγωνισμούς μεταξύ τους) για να συνεχίζουν να κυριαρχούν πρέπει να προχωρούν τους σχεδιασμούς τους και να εκτελούν τα διάφορα «συμβόλαια» που έχουν υπογράψει. Για να έχουν μια ορισμένη υπόσταση πρέπει να διαμεσολαβήσουν ό,τι υποβάλλει το ΝΑΤΟϊκό – αμερικανικό επιτελείο και ταυτόχρονα να προωθήσουν όλες τις μεταρρυθμίσεις, ώστε η ροή των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας να συνεχιστεί απρόσκοπτα. Καμία εκταμίευση δόσεων δεν γίνεται αν προηγουμένως δεν υπάρχουν «μεταρρυθμίσεις» στο εσωτερικό. Κανένα δάνειο δεν δίνεται χωρίς να ανοιχτούν διάπλατα όλες οι πόρτες για ιδιωτικοποιήσεις και λεηλασία δημόσιου πλούτου. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά τόσο οι δικοί μας όσο και οι διεθνείς κυρίαρχοι. Κοινωνικός οδοστρωτήρας εσωτερικά και συρρίκνωση κυριαρχίας όσον αφορά τα Εθνικά, αφού κάτι τέτοιο φέρνει την Τουρκία ακόμα πιο κοντά στην Δύση.

Το κοινωνικό ζήτημα εσωτερικά έχει πολλές πλευρές. Αρχικά, την οικονομική. Με την έννοια δηλαδή μια προχωρημένης φτωχοποίησης και συγκέντρωσης πλούτου και δύναμης σε μια μειοψηφία. Ήδη, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι Έλληνες είναι φτωχότεροι κατά 22,5% σήμερα σε σχέση με το 2009. Ταυτόχρονα, το πλουσιότερο 5% του πληθυσμού έχει στα χέρια του το 1/3 του πλούτου, ενώ το φτωχότερο 50% του πληθυσμού κατέχει μόλις το 10%. Ο δε στόχος να γίνουμε Ευρώπη (ή να φτάσουμε την Ευρώπη) δεν σημαίνει διόλου εξάλειψη της φτώχειας, αφού εκεί η ανισότητα είναι ακόμα μεγαλύτερη: Το πλουσιότερο 5% κατέχει το 41,5% του πλούτου και το φτωχότερο 50% μόλις το 5%. Από αυτό το γεγονός καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σηκώνει και άλλη «απολίπανση» η Ελληνική κοινωνία, με καταστροφή στρωμάτων μικρομεσαίων. Οι άλλες πλευρές του κοινωνικού ζητήματος σχετίζονται με το πολιτειακό σύστημα, δηλαδή τι είδους πολιτεία (άρα και κοινωνία) θα έχουμε, καθώς και με το θέμα της δημοκρατίας και της συμμετοχής των πολιτών σε όλα τα κοινά.

Σχετικά με το ζήτημα της Εθνικής Κυριαρχίας, από το σημερινό «στάτους» μιας μετανεωτερικής αποικίας με ορισμένα επιχρίσματα κυριαρχίας και με μια πολιτεία που αρνείται να εφαρμόσει την κυριαρχία και την επικράτειά της, είναι αναγκαίο να γίνουν βήματα αύξησης των βαθμών κυριαρχίας (και όχι μείωσής της, όπως σχεδιάζουν οι εγχώριες πολιτικές και οικονομικές ελίτ, ο τουρκικός επεκτατισμός και οι δυτικοί επικυρίαρχοι ΗΠΑ και ΕΕ). Ενώ λοιπόν, οι μηχανές έχουν «φουλάρει» και οι επικυρίαρχοι έχουν βάλει πιεστικές ημερομηνίες υλοποίησης, ο Ελληνικός Λαός μένει απληροφόρητος, χωρίς καμία ουσιαστική ενημέρωση για το τι ετοιμάζεται και τι προωθείται. Ο Μητσοτάκης είχε κάνει λόγο για «υποχωρήσεις», τώρα βλέπει καλές σχέσεις με την Τουρκία (ασχέτως αν ο Ερντογάν φροντίζει να τον διαψεύδει συνεχώς με την εμπρηστική ρητορική του), ενώ στην πρόσφατη συνέντευξή του στην ΕΡΤ είπε «δεν είμαστε κοντά στο να πάμε στην Χάγη, αλλά σίγουρα δεν είμαστε τόσο μακριά όσο ήμασταν πριν από έναν χρόνο».

Αυτή είναι, πάνω – κάτω, η κυρίαρχη ατζέντα, στην οποία συγκλίνουν σήμερα οι εγχώριες οικονομικές και πολιτικές ελίτ, η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η «αντιπολίτευση» των ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ και με μηδενικές ουσιαστικά αντιστάσεις από τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα.

Το 2024 μπορεί να είναι καλύτερο από το 2023; Για να μπορούμε να το ψάξουμε, θα πρέπει πρώτα να προσπαθήσουμε να γίνουμε εμείς καλύτεροι, κάτι το οποίο σημαίνει μια ταυτόχρονη τριπλή κίνηση:

α) Να αποκτήσουμε έναν οδηγό κατεύθυνσης με δικές μας προτεραιότητες, οι οποίες να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της Πατρίδας και του Λαού.

β) Να γίνει το 2024 χρονιά ενίσχυσης – σφυρηλάτησης της Εθνικής Συνείδησης. Να συμβάλουμε στο να είναι χρονιά κατανόησης και οικοδόμησης προϋποθέσεων, ώστε να τεθούν όσο είναι δυνατόν οι βάσεις ενός σημαντικού εγχειρήματος.

γ) Να είναι έτος Εθνικής και Κοινωνικής Ανάτασης, ενός πνεύματος Αξιοπρέπειας και Αντίστασης.

Επομένως, το τι θα είναι τελικά το 2024 εξαρτάται ΚΑΙ από εμάς. Από το «εμείς» και τον συλλογικό οδηγό κατεύθυνσης.

Γιώργος Μάστορας – ellhnes.net