Οι αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση αδυνατεί να περιορίσει τη σοβαρή εγκληματικότητα

Σύσσωμος ο νομικός κόσμος το έχει χαρακτηρίσει οπισθοδρομικό, αντιμεταρρυθμιστικό κι αντιφιλελεύθερο και έχει κάνει λόγο για ποινικό λαϊκισμό, για πρωτόγονο βολονταρισμό, για αντισυνταγματικές και αντιευρωπαϊκές διατάξεις, για συνδυασμό αλαζονείας και άγνοιας. Κι όχι άδικα, για αμέτρητους λόγους.

Από τη Μαρία Παναγιώτου
Το βασικό, όμως, πρόβλημα του νομοσχεδίου με τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που κατέθεσε την περασμένη εβδομάδα ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, είναι ότι αποτελεί ευθεία επίθεση στην κοινωνία, καθώς, όπως επεσήμανε και η Ενωση Ελλήνων Ποινικολόγων σε σχετική ανακοίνωσή της, απειλούνται με φυλάκιση και κοινωνικό εξοστρακισμό μη επικίνδυνοι παραβάτες. Απειλείται, δηλαδή, με πραγματικό χρόνο φυλάκισης κάθε απλός πολίτης που υπέπεσε σε κάποιο πλημμέλημα και, μάλιστα, με πρόσχημα το έωλο επιχείρημα ότι η αντιμετώπιση της χαμηλής εγκληματικότητας θα αναχαιτίσει την υψηλή, το οποίο η επιστήμη της Στατιστικής… δεν βρίσκει πού το έγραψε.

Στην πραγματικότητα, οι απλοί άνθρωποι που κάποια στιγμή στη ζωή τους καταδικάστηκαν για πλημμεληματικό παράπτωμα δεν συμμετέχουν στη συνέχεια στο οργανωμένο έγκλημα. Προφάσεις εν αμαρτίαις, λοιπόν, για την κυβέρνηση, που αδυνατεί να περιορίσει τη σοβαρή εγκληματικότητα και αποφάσισε έτσι να νομοθετήσει (άρθρο 12) πως για κάθε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη το δικαστήριο μπορεί να κρίνει «ότι απαιτείται η πραγματική της έκτιση εν όλω ή εν μέρει», για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Πραγματικά απίστευτο!

Αποστροφή
Παράλληλα, το νομοσχέδιο αποκάλυψε και την αποστροφή που τρέφει η κυβέρνηση για τη συζήτηση με τους κοινωνικούς εταίρους, αφού όχι μόνο δεν συνδιαμορφώθηκαν οι διατάξεις του από τους φορείς που μετέχουν στην ποινική διαδικασία, όχι μόνο δεν ελήφθησαν σε μεγάλο ποσοστό υπ’ όψιν οι παρατηρήσεις τους στη δημόσια διαβούλευση, αλλά προστέθηκαν τελευταία στιγμή και δεκάδες άρθρα, για τα οποία δεν δόθηκε το περιθώριο να σχολιαστούν.

Ο κ. Φλωρίδης, μάλιστα, δεν επανέφερε καν τον ανασταλτικό χαρακτήρα του άρθρου 187, που αφορά τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό την τέλεση πλημμελήματος, παρά μόνο για ειδικές περιπτώσεις, στις οποίες ο δικαστής πρέπει να προσφέρει ειδική αιτιολογία. Επομένως, ο υπουργός ενέπαιζε τους δικηγορικούς συλλόγους, που απέχουν από τις σχετικές δίκες εδώ και πολλούς μήνες, έχοντας κρίνει (δίκαια) πως η διάταξη παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας, όταν τους υποσχόταν ότι θα επαναφέρει την αναστολή και τους καλούσε να γυρίσουν στις αίθουσες για την εκδίκαση αυτών των υποθέσεων.

Κωλυσιεργία
Όσο για την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης που το νομοσχέδιο ευαγγελίζεται; Και μόνο η διευρυμένη δυνατότητα των εισαγγελέων να στέλνουν με κλητήριο θέσπισμα, δηλαδή χωρίς την κρίση του τριμελούς συμβουλίου, υποθέσεις στο ακροατήριο θα προκαλέσει συσσωρευμένη ύλη, χάος και ακόμα περισσότερες καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων.

Παράλληλα δε, αθώοι άνθρωποι, που θα είχαν αποφύγει τη βάσανο και τα έξοδα του ακροατηρίου με απαλλακτικό βούλευμα (σ.σ.: το 50% των βουλευμάτων είναι μη παραπεμπτικό), θα υποβάλλονται σε αυτή την απίστευτη ταλαιπωρία, η οποία συχνά έχει σκληρές προσωπικές και κοινωνικές συνέπειες.

Αξίζει, ακόμα, να σχολιάσουμε:

Την παράλογη αύξηση των ποινών για το αδίκημα του εμπρησμού των δασών (άρθρα 42, 43, 43), που περιλαμβάνει ακόμα και το ξεχασμένο από την ιστορία μέτρο της δήμευσης, το οποίο εφαρμόστηκε στη χώρα μας μόνο σε περιόδους πολιτειακής αστάθειας. Για το συγκεκριμένο μέτρο ο Αλέξανδρος Δημάκης, γενικός γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου και επίκουρος καθηγητής του ΕΚΠΑ, είχε σχολιάσει, μάλιστα, πριν από λίγο καιρό σε σχετική εκδήλωση πως πρόκειται για καινοφανή διάταξη, καθώς η δήμευση της περιουσίας είναι άσχετη με το τελεσθέν έγκλημα, και προσπαθεί να δημιουργήσει ρήγμα στη συνταγματική μας τάξη μέσω ενός «πιασάρικου» αδικήματος, όπως ο εμπρησμός.
Τον δραματικό περιορισμό των τριμελών συνθέσεων και τη δικονομική γιγάντωση των αρμοδιοτήτων του μονομελούς πλημμελειοδικείου που θα δικάζει εφεξής το μεγαλύτερο μέρος των πλημμελημάτων. Οπως είχε αναφέρει και τον περασμένο Δεκέμβριο η «δημοκρατία», μοιάζει πραγματικά καφκικό το γεγονός πως ένας και μόνο δικαστής, ο οποίος σε αυτό τον βαθμό είναι εύλογο να έχει ακόμη σχετική απειρία, θα αποφασίζει ακόμα και για την επιβολή ποινής που επισείει πραγματική ποινή φυλάκισης.
Την ασφυκτική πρόβλεψη για το ανώτατο όριο της αναστολής της ποινής (άρθρο 19), αφού ορίζεται πως αν κάποιος έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός έτους (σ.σ.: στον προηγούμενο κώδικα ήταν τρία έτη) και καταδικαστεί εκ νέου με ποινή άνω του ενός έτους, εκτίει την ποινή φυλάκισης (!)
Ο Τύπος πίσω από τα κάγκελα
Δεν έχουν περάσει παρά λίγες μέρες από τότε που δημοσιοποιήθηκε το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου, το οποίο εξέφραζε ανησυχίες για τις διώξεις που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες δημοσιογράφοι. Το νομοσχέδιο του Γιώργου Φλωρίδη έρχεται όχι μόνο να επιβεβαιώσει, αλλά και να ενισχύσει αυτές τις ανησυχίες, αφού διαθέτει μία επιπλέον τυποκτόνο διάσταση. Η κατάργηση της απλής δυσφήμισης και η διατήρηση μόνο της συκοφαντικής (δημόσιας ή μη) θα μπορούσε να χαρακτηριστούν θετικό βήμα προς την ελευθερία του δημοσιογραφικού λόγου.

Ωστόσο, δεν μοιάζει απίθανο πολλές από τις υποθέσεις που δικάζονται με την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμισης, για τις οποίες σήμερα οι δικαστές αποφάσιζαν πως επρόκειτο για το αδίκημα της απλής, να οδηγούνται τελικά σε καταδικαστικές αποφάσεις. Είναι πιθανό ο μοναδικός πλέον δικαστής (σ.σ.: οι υποθέσεις συκοφαντικής δυσφήμισης περνούν στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου, ενώ προηγουμένως εκδικάζονταν από τριμελές) να κρίνει πως πρέπει να επιβάλει κάποια ποινή κι έτσι χωρίς το καταφύγιο της απλής δυσφήμισης να αυστηροποιείται η ποινική αντιμετώπιση.

Επιπλέον, η κατάργηση του άρθρου 367, που προφανώς κρίθηκε επιβεβλημένη λόγω της κατάργησης της απλής δυσφήμισης, το οποίο όριζε, για παράδειγμα, ότι «δεν αποτελούν άδικη πράξη οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες», ενδέχεται να αυξήσει τις καταδικαστικές αποφάσεις για εξύβριση, για την οποία επιβάλλεται ποινή έως ένα έτος.

Οπως αναφέραμε, όμως, αρκεί κάποιος να έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή από ένα έτος και πάνω για να μη δικαιούται στη συνέχεια αναστολή και να οδηγηθεί στη φυλακή! Γεγονός εξαιρετικά εύκολο να συμβεί σε κάθε Έλληνα δημοσιογράφο που… δυσαρεστεί έχοντες και κατέχοντες με τα ρεπορτάζ του. Αναμένουμε την αντίδραση των δημοσιογραφικών ενώσεων, που μετά την κατάθεση του νομοσχεδίου τηρούν στάση… σιωπής.