Ακόμα και εάν η πορεία της οικονομίας πηγαίνει καλά και εάν η χώρα εξυπηρετεί απρόσκοπτα την παραγωγή των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, όπως έχει δεσμευτεί, δεν θα μπορεί να «επιστρέψει» στους πολίτες το πλεόνασμα της αναπτύξεως

Tέλος τα έκτακτα επιδόματα και οι κυβερνητικές παροχές από το 2025. Ό,τι έδωσε η κυβέρνηση στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού έδωσε. Το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας της Ε.Ε., οι αυστηροί δημοσιονομικοί περιορισμοί που θέτει και η εφαρμογή της ρήτρας διαφυγής υποχρεώνουν την ελληνική Κυβέρνηση να «μαζέψει» τις δαπάνες της και να επικεντρωθεί στην μείωση του χρέους.

Από τον Γιάννη Στεργίου
Ακόμα και εάν η πορεία της οικονομίας πηγαίνει καλά και εάν η χώρα εξυπηρετεί απρόσκοπτα την παραγωγή των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, όπως έχει δεσμευτεί, δεν θα μπορεί να «επιστρέψει» στους πολίτες το πλεόνασμα της ανάπτυξης. Η αιτία δεν είναι άλλη από το νέο μέτρο, των καθαρών πρωτογενών δαπανών, το οποίο δεν αφήνει περιθώρια για πρόσθετες δαπάνες σε περίπτωση «δημοσιονομικού χώρου» που μπορεί να προκύψει.

Όποια έκτακτα έσοδα, όπως, για παράδειγμα, αυτά από την καλύτερη πορεία του τουρισμού, πρέπει να διατεθούν για τη βελτίωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος, δηλαδή για μεγαλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα. Μπαίνει δηλαδή ξανά «κόφτης» στις κρατικές δαπάνες, με ορισμένες εξαιρέσεις.

Το σήμα για την στροφή δίνει το νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2025-2028, το οποίο θα αποσταλεί στις Βρυξέλλες την άνοιξη και δείχνει το σκληρό «πρέσινγκ» για μείωση δαπανών. Στο σκέλος των δαπανών, την τετραετία 2025-2028 θα καταβληθεί προσπάθεια συγκρατήσεώς τους.

Η δαπάνη για εργαζομένους στο σύνολο της Γενικής Κυβερνήσεως εκτιμάται ότι θα μειωθεί από τα 14,73 δισ. ευρώ φέτος σε 14,69 δισ. ευρώ το 2025 και σε 14,71 δισ. ευρώ το 2026. Το ποσό αυτό αυξάνεται στα 14,74 δισ. ευρώ τα έτη 2027 και 2028. Αξίζει να σημειωθεί ότι το φετινό Μεσοπρόθεσμο θα υποβληθεί χωρίς να είναι σε ισχύ η γενική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που επέτρεψε την προσωρινή απόκλιση από τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ τα έτη 2020-2023.

Φέτος η χώρα μας, όπως και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, δεσμεύεται και πάλι στην εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων, οι οποίοι πρόκειται να καθοριστούν με ακρίβεια στο νέο δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ. Aυτό σημαίνει ότι από φέτος στενεύουν τα περιθώρια για έκτακτες παροχές, ενώ μηδενίζονται από του χρόνου. Αν η κυβέρνηση προχωρήσει σε κάποια έκτακτη παροχή προς τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, δεν πρόκειται να το πράξει πριν από το Πάσχα, καθώς είναι πολύ νωρίς για να έχει μια σφαιρική εικόνα για το πως θα διαμορφωθούν τα φορολογικά έσοδα και τι πλεόνασμα μπορεί να υπάρξει, ώστε να επιστραφεί σε αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, με δεδομένο ότι φέτος πρέπει να εξασφαλίσει πρωτογενές πλεόνασμα 2,1% του ΑΕΠ.

Η όποια έκτακτη παροχή που θα δοθεί -και θα είναι μία από τις τελευταίες– θα καταβληθεί στο τέλος του έτους, πριν από τα Χριστούγεννα, αφού μόνο τότε μπορεί να έχει σχηματιστεί σφαιρική εικόνα για τον τελικό λογαριασμό του κρατικού προϋπολογισμού. Η κυβέρνηση μπορεί να καλλιεργεί ένα κλίμα παροχών, κλείνοντας το μάτι σε ένα έκτακτο επίδομα πριν από το Πάσχα λόγω της διεξαγωγής των ευρωεκλογών, αλλά από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και εκείνους που κρατούν τα κλειδιά της οικονομίας της χώρας εκπέμπεται μήνυμα για έκτακτο επίδομα στα τέλη του 2024.

Ορoφή δαπανών
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, στο σκέλος των δαπανών την τετραετία 2025-2028 θα καταβληθεί προσπάθεια συγκρατήσεώς τους, όπως άλλωστε «φωτογραφίζει» και η εγκύκλιος που απεστάλη προς τα υπουργεία και τους φορείς του Δημοσίου. Όπως αναφέρεται σε εγκύκλιο που υπογράφει ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Θάνος Πετραλιάς, το «σενάριο βάσης που θα εκπονήσουν οι φορείς θα πρέπει να αποτυπώνει με ρεαλιστικό και κατά το δυνατόν ακριβή τρόπο τις προβλέψεις για τις δημοσιονομικές επιδόσεις των φορέων σε όλη την υπό εξέταση περίοδο».

Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται επαρκής αιτιολόγηση κάθε ετήσιας απόκλισης από τα ανώτατα όρια δαπανών, η οποία θα αξιολογηθεί για το αν θα εγκριθεί. Κι αυτό καθότι ο στόχος επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος για φέτος έχει τοποθετηθεί στο 2,1% από 1,1% πέρυσι, κάτι το οποίο μεταφράζεται σε επιπλέον ανάγκες ύψους 2,2 δισ. ευρώ.

Οι νέοι κανόνες
Με τους νέους κανόνες η Ελλάδα έχει την υποχρέωση να υποβάλει εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια (τετραετή σχέδια προσαρμογής, με δυνατότητα επεκτάσεώς τους σε επτά έτη, με αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις).

Η Επιτροπή θα προβλέπει μια καθορισμένη δημοσιονομική τροχιά («τροχιά αναφοράς») για κάθε χώρα ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψη τη βιωσιμότητα του χρέους, π.χ. για τα κράτη-μέλη όπου το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 60% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προιόντος (ΑΕΠ) ή όπου το δημόσιο έλλειμμα υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ. Η τροχιά αναφοράς δείχνει πως τα κράτη-μέλη μπορούν να διασφαλίσουν ότι μέχρι το τέλος μιας περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής, το δημόσιο χρέος βρίσκεται σε εύλογη πτωτική τροχιά ή παραμένει σε συνετά επίπεδα μεσοπρόθεσμα.

Η προσωρινή συμφωνία προβλέπει έναν προαιρετικό διάλογο μεταξύ των κρατών-μελών και της Επιτροπής εκ των προτέρων. Βάσει της συμφωνίας, προβλέπονται δύο διασφαλίσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται τα κράτη-μέλη: τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους για τη μείωση των επιπέδων του χρέους και τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας του ελλείμματος για την παροχή περιθωρίου ασφαλείας κάτω από το όριο ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ, προκειμένου να δημιουργηθούν δημοσιονομικά αποθέματα ασφαλείας.

Με βάση την τροχιά αναφοράς, τα κράτη-μέλη θα ενσωματώνουν την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής στα εθνικά τους μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια. Τα εθνικά σχέδια δημοσιονομικής προσαρμογής, συμπεριλαμβανομένων των καθαρών πορειών δαπανών, πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο. Η συμφωνία προβλέπει ότι ένας λογαριασμός ελέγχου θα καταγράφει αποκλίσεις από τις διαδρομές καθαρών δαπανών για κάθε χώρα.

Ο πήχης για την ετήσια ελάχιστη μείωση του χρέους κατεβαίνει για την χώρα μας στο 1% του ΑΕΠ. Το έλλειμμα θα συνεχίσει να έχει επίσημο όριο το 3% του ΑΕΠ. Ωστόσο, στην πράξη, η χώρα θα πρέπει να καταβάλλει προσπάθεια μειώσεως του ελλείμματος όταν αυτό θα ξεπερνά το 1,5% του ΑΕΠ, ώστε καμία χώρα να μην υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ.

Στο νέο Σύμφωνο Σταθερότητας υπάρχει και η συνθήκη της εξαιρέσεως των δαπανών της άμυνας από τον υπολογισμό του ελλείμματος αν το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το μέσο ποσοστό δαπανών της ΕΕ. Όταν σημειώνεται υπέρβαση των ορίων για το έλλειμμα και το χρέος, θα συνυπολογίζεται κατά πόσο αυτή οφείλεται στην πραγματοποίηση υψηλών αμυντικών δαπανών.