Τις τελευταίες εβδομάδες ένα από τα θέματα, τα οποία απασχολεί την νεοφιλελέυθερη κυβέρνηση της ΝΔ είναι η θέπιση ιδιωτικών πανεπιστημίων κατά τρόπο ιδεοληπτικό και παντελώς αυθαίρετο. Η προαναφερθείσα κυβέρνηση έχει “λύσει” όλα τα υπόλοιπα προβλήματα, τα οποία μαστίζουν την ελληνική κοινωνία, όπως είναι η αισχροκέρδεια, η αντικατάσταση πληθυσμού και η συνεχιζόμενη υποχωρητικότητα απέναντι στους Τούρκους, μεταξύ άλλων και ως εκ τούτου, έχοντας λίγο χρόνο ελεύθερο, αποφάσισε να θέσει λίαν συντόμως σε εφαρμογή ένα νέο ακόμη νεοφιλελεύθερο μέτρο, το οποίο βαπτίζει “προοδευτικό”, “ευρωπαϊκό” και “εκσυγχρονιστικό”, ήτοι την θέσπιση και ιδιωτικών κέντρων ανψτάτης εκπαίδευσης.

Ως εθνικιστές, πιστεύουμε στην ιδέα του κράτους ως νομικό φορέα έκφρασης του έθνους, του κρατισμού δηλαδή, και αυτό δεν εφάπτεται μόνο σε θέματα εθνικά, αλλά και σε κοινωνικά ή οικονομικά. Στην δικιά μας ιδεολογία μείζονος σημασίας ζήτημα είναι λοιπόν και η παιδεία και δίοδος για την παροχή της προαναφερθείσας είναι φυσικά το κράτος. Ως εκ τούτου, το Εθνικό Μέτωπο θα έχει μία σειρά από λόγους για τους οποίους εναντιώνεται στην θεσμοθέτηση ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Το πρώτο επιχείρημα, το οποίο εκφράζουν οι (νεο)φιλελεύθεροι είναι ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει ξένο συνάλλαγμα, δηλαδή μεγάλα κεφάλαια από το εξωτερικό, επαληθεύοντας έτσι την υλιστική αντίληψη, την οποία έχει η ιδεολογία τους για το ζήτημα της παιδείας, η οποία για τον εθνικιστικό χώρο δεν είναι εμπορεύσιμη, ούτε αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής. Αντί οι καπιταλιστές να προωθούν την δημιουργία πλούτου από την παραγωγή, όπως μέσω της βιομηχανίας ενδυμάτων, αυτοκινήτων, οικιακών συσκευών κλπ, τα οποία θα ήταν χρήσιμα το κοινωνικό σύνολο, προτιμούν απλώς την αναμονή ξένου και εγχώριου κεφαλαίου στην Ελλάδα ως κοινοί επαίτες παροχής υπηρεσιών. Για τους εθνικιστές όμως, το να αποκομίζει κανείς κέρδη από την παιδεία είναι ανήθικο και θυμίζει την ίδια δριμεία στηλίτευση που χιλιάδες χρόνια πριν είχε εξαπολύσει ο Σωκράτης προς τους σοφιστές που ενεργούσαν με παρόμοιο τρόπο.

Ορισμένοι (νεο)φιλελεύθεροι, αλλά και (νεο)μαρξιστές μιλούν για μη «κερδοσκοπικά» ιδιωτικά πανεπιστήμια, πράγμα παντελώς αντιφατικό και ανεδαφικό. Είναι πραγματικά απορίας άξιον το πως ακριβώς μπορούν να οραματίζονται κάτι τέτοιο. Αν ένας ιδιώτης, θέλει να δωρίσει ένα μέρος της περιουσίας του στο κράτος για την δημιουργία ή ενίσχυεση ενός κέντρου μάθησης, αποτελεί κάτι το αξιέπαινο, διότι η εθνική ευεργεσία πράγματι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, αλλά το πώς εννοούν ακριβώς τον όρο «μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια» είναι ένα μεγάλο μυστήριο, το οποίο προφανώς μόνο ποταπά μυαλά εκστομίζουν ως άποψη προκειμένου έτσι για να εξωραΐσουν ή να αποκρύψουν την αισχροκερδή πρόθεσή τους για θέσπιση κανονικότατων ιδιωτικών πανεπιστημίων. Όλα αυτά φανερώνουν ότι οι οπαδοί των “μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων” λαϊκίζουν για να αλλιεύσουν ψήφους από το “μετριοπαθές” και αδαές ακροατήριο τους.

Εις ότι αφορά βέβαια την παραγωγή κέρδους, καλό είναι να εξεταστεί και η πρακτική σκοπιά του θέματος, πως δηλαδή ακριβώς έχουν κατά νου αυτοί οι άνθρωποι κιαι συγκεκριμένα οι υπέρμαχοι των ιδιωτικών πανεπιστημίων την «προσέλκυση» ξένων, ήτοι Ευρωπαίων και μη ως εν είδει «επενδυτών», όταν σκοπός της παιδείας, τόσο εκ φύσεως, όσο και με βάση του άρθρο 16 παράγραφος 2 του Συντάγματος είναι η πνευματική, σωματική και εθνική διαπαιδαγώγηση των νέων Ελλήνων, πράγμα δηλαδή ασύμβατο με την γραμματειακή, αλλά και την ουσιαστική ερμηνεία του Συντάγματος, το οποίο οι κυβερνώντες το εφαρμόζουν κατά το δοκούν, όμως παράλληλα δηλώνουν οπαδοί του κράτους δικαίου και της ειδικότερης αρχής της νομιμότητας. Εξάλλου το ίδιο άρθρο στην παράγραφο 8 ορίζει ρητά ότι δεν επιτρέπεται στους ιδιώτες να συστήνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια. Παρά ταύτα όμως και εντελώς προκλητικά πολλοί από αυτούς τους δήθεν “σοβαρούς συνταγματολόγους” ερμηνεύουν παντελώς λανθασμένα το άρθρο 16 λέγοντας ψευδώς ότι δήθεν το Σύνταγμα δεν αποκλείει, αλλά επιτρέπει την συνύπαρξη ιδιωτικών και δημοσίων πανεπιστημίων. Αυτή η άποψη όμως δεν επαληθεύεται, αλλά ευθέως απαγορεύεται βάσει συντάγματος.

Το δεύτερο «επιχείρημα» τους είναι ο «ωφέλιμος ανταγωνισμός», τουτέστιν το επιχείρημα ότι τάχα θα ενισχυθεί η ποιότητα των δημοσίων πανεπιστημίων, μέσω του ανταγωνισμού που θα δημιουργηθεί από την ύπαρξη και των ιδιωτικών. Από που προκύπτει η βασιμότητα και η λογική αυτής της αντίληψης ή μάλλον ιδεοληψίας; Κανένας δεν εγγυάται ότι η ύπαρξη ιδιωτικών πανεπιστημίων θα βελτιώσει αυτομάτως τα κρατικά, όταν το δημόσιο, ως φορέας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ξέρει ότι θα λαμβάνει σίγουρα έναν ορισμένο ποσό από τα έσοδα του κράτους για την συντήρηση των κτιρίων και για το εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων που τα απαρτίζουν, άρα πόθεν προκύπτει ακριβώς κέρδος ή το κίνητρο για βελτίωση λόγω της ύπαρξης ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου;

Πέραν του θεωρητικού όμως πλαισίου, υπάρχει και ένα πιο πρακτικό ζήτημα, το οποίο δεν είναι άλλο από την ήδη υφιστάμενη ύπαρξη ιδιωτικών ιδρυμάτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ήτοι ιδιωτικών νηπιαγωγείων, Δημοτικών, Γυμνασίων, ακόμη και Λυκείων ή και ιδιωτικών φροντιστηρίων. Η ταυτόχρονη συνύπαρξη των προαναφερθέντων με τα κρατικά δεν έχει βελτιώσει καθόλου τα δημόσια κέντρα εκπαίδευσης, ούτε από άποψη υποδομών, ούτε από άποψη γνώσεων. Απόδειξη αυτού είναι ο κατακλυσμός της χώρας από ιδιωτικά φροντιστήρια ξένων γλωσσών, παρ’ όλο που οι ξένες γλώσσες διδάσκονται και από τα δημόσια σχολεία. Πράγμα που σημαίνει ότι στον ίδιο τον δημόσιο χώρο εκπαίδευσης υπάρχει ενδογενές πρόβλημα λειτουργίας εκ μέρους του κράτους, το οποίο δεν σχετίζεται με την έλλειψη του ανταγωνισμού με τα ιδιωτικά κέντρα εκπαίδευσης.Τα δε ιδιωτικά φροντηστήρια δεν κάνουν κάτι το ιδιαίτερο ή καινοτόμο εν συγκρίσει με ένα δημόσιο σχολείο, τουναντίον, απλώς επιβάλλουν την τάξη, την οργάνωση και το πρόγραμμα, με άλλα λόγια «λειτουργούν», λέξη φυσικά που δεν υπάρχει στο «λεξικό» της δημόσιας εκπαίδευσης, επειδή είναι δήθεν «αυταρχική». Αλλωστε, με την ίδια «λογική» περί ανταγωνισμού και συνεργασίας μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα θα μπορούσε κάλλιστα να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι δύναται η Ελλάδα να αποκτήσει ιδιωτικά δικαστήρια, ιδιωτική αστυνομία ή ακόμη και μισθοφορικό στρατό πράγμα φυσικά αδιανόητο στους εθνικά και υγιώς σκεπτόμενους ανθρώπους, καθότι κάτι τέτοιο προκαλεί την διακινδύνευση του δημοσίου συμφέροντος. Το αστείο βέβαια είναι ότι ήδη πολλές από αυτές τις προαναφερθείσες εκφάνσεις του κράτους σταδιακά απαγκιστρώνονται από αυτό και καταλήγουν σε ιδιώτες.

Ο τρίτος λόγος μη υποστήριξης των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι φυσικά και η ανάγκη διασφάλισης και προώθησης της αξιοκρατίας. Είναι απόλυτα άδικο να εξαιρούνται από την γνώση και πολλώ δε μάλλον την ανωτάτη, άνθρωποι οι οποίοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και αδυνατούν έτσι να σπουδάσουν ακριβώς λόγω των υψηλών διδάκτρων, τα οποία θα ορίζει το εκάστοτε ιδιωτικό πανεπιστήμιο, πράγμα σύνηθες ακόμη και στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εθνικιστική ιδεολογία εναντιώνεται στην σάπια αντίληψη του καπιταλισμού ότι δηλαδή ο πλούσιος είναι και απαραίτητα ο ευφυής, όταν εδώ και αιώνες έχουν εμφανιστεί άνθρωποι, οι οποίοι αποτέλεσαν μεγάλες προσωπικότητες του πνεύματος, παρά την αδυναμία τους να διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για να αποδείξουν την ευφυΐα τους. Η παιδεία, όπως ήδη ειπώθηκε, δεν είναι εμπορεύσιμη, ούτε θα πρέπει να δίνεται σε συγκεκριμένη οικονομική τάξη, διότι η αφθονία των οικονομικών αγαθών δεν εγγυάται την φυσική και πνευματική καλλιέργεια ενός ανθρώπου.

Περαιτέρω, δεν θα έπρεπε να αγνοηθεί και το ζήτημα του κορεσμού μεγάλου αριθμού φοιτητών σε τριτοβάθμιες σχολές, εφόσον επιτραπεί η ύπαρξη και των ιδιωτικών πανεπιστημίων εντός της ελληνικής επικράτειας. Αυτό αποτελεί ένα ακόμη ζήτημα, το οποίο σκοπίμως οι υπέρμαχοι των ιδιωτικών πανεπιστημίων παραλείπουν να αναφέρουν, παρά τις δυσμενείς συνέπειες. Η ύπαρξη των ιδιωτικών πανεπιστημίων θα σημαίνει εκ των πραγμάτων ότι δίνεται η δυνατότητα σε έναν υπέρογκο αριθμό ατόμων να σπουδάσει, δίχως να μπορεί μία χώρα σαν την Ελλάδα να διαθέτει τόσους πολλούς φοιτητές (και μάλιστα όταν πολλοί εξ αυτών δεν το αξίζουν καν). Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε η Ελλάδα να διαθέτει λαμπρούς επιστήμονες, αλλά ότι δεν δύναται να ωθείται μια κοινωνία εμμέσως πλην σαφώς αποκλειστικά και μόνο σε σχολές ΑΕΙ, υποτιμώντας έτσι τις πιο χειρωνακτικές και τεχνικές σχολές, όπως είναι τα ΤΕΙ, τα οποία σε μεγάλο βαθμό, δυστυχώς είναι υποτιμημένα και περιθωριοποιημένα, καίτοι εξαιρετικά χρήσιμα για την κοινωνία. Η αντίληψη όμως αυτή προκλήθηκε εξαιτίας του αφηγήματος της καλοπέρασης, το οποίο έσπειρε στην ελληνική η κοινωνία ολόκληρη η γενιά της Μεταπολίτευσης.

Είναι συνεπώς ηλίου φαεινότερον ότι παρά τις υπερβολικά φιλόδοξες και ενδεχομένως αφελείς σκέψεις που μπορεί να έχουν ορισμένοι, ο ιδιώτης και κατ’ επέκταση το ιδιωτικό πανεπιστήμιο θα κάνει τα πάντα για το «όνομα», βαρβαριστί το «brand», ανοίγοντας έτσι και παράθυρο για ανήθικους και αναξιοκρατικούς τρόπους τόσο εισόδου σε αυτό, όσο και απόκτησης πτυχίου, σε σχέση πάντα με τους φοιτητές του δημοσίου. Αλλωστε μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κάποιος μιλώντας με αλλοδαπούς φοιτητές της Ευρώπης, οι οποίοι προέρχονται από ιδιωτικά πανεπιστήμια, την έλλειψη βασικών γνώσεων, ακόμη και πνευματικής διαπαιδαγώγησης γεγονός που καταδεικνύει το πώς εισήλθαν και αποφοίτησαν από την ανωτάτη εκπαίδευση, πράγμα το οποίο αναδεικνύει και το τελευταίο σκέλος της παρούσας ιδεολογικής ανάλυσης, δηλαδή την ανάγκη κρατικού ελέγχου της παιδείας που είναι και ο πιο σημαντικός λόγος απ’ όλους για ένα εθνικό κράτος. Η παιδεία πρέπει να ανήκει στο κράτος μεταξύ άλλων, για να ελέγχεται και από αυτό.

Ο ιδιώτης θα μπορούσε να διδάσκει ό,τι θέλει στους μαθητές, όταν το κράτος είναι αποκομμένο από τον έλεγχο που ασκεί προς αυτόν.Το κράτος πρέπει να είναι αυτό που θα καθορίζει το τι διδάσκεται η νεολαία, η οποία σε εκείνη την κρίσιμη ηλικία είναι εκτεθειμένη στις γνώσεις που παρέχει ο κάθε ιδιώτης, ο οποίος παραμένει ανέλεγκτος. Μην γελιόμαστε εξάλλου, ένας από τους λόγους εξαιτίας των οποίων υπολειτουργεί τόσο πολύ το εκπαιδευτικό σύστημα και ιδίως στο πανεπιστήμιο είναι η αδιανόητη χορήγησης αυτονομίας, ήτοι το αυτοδιοίκητο, το οποίο διαθέτουν τα υπάρχοντα εκπαιδευτικά ιδρύματα έναντι του κράτους και με τα γνωστά παρεπόμενα κρούσματα: καταλήψεις, εμπόριο ναρκωτικών, φθορά δημόσιας περιουσίας, κλπ κλπ. Με απλά λόγια λειτουργούν ως “κράτος εν κράτει”.

Βάσει των παραπάνω, αντιλαμβάνεται κανείς το πόσο σημαντική δεν είναι απλώς και μόνο η μονοπωλιακή ύπαρξη των δημοσίων πανεπιστημίων, αλλά και η περαιτέρω εποπτεία, αν όχι και ο πλήρης έλεγχός τους από την δημόσια εξουσία υπό ένα εθνικό καθεστώς.

Νίκος Παπουτσάκης