ΜΝΗΜΗ  ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΥΛΟΥ Α΄, ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ

6 ΜΑΡΤΙΟΥ 1964-6 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026,

Γράφει ο Διονύσιος Βουλγαρόπουλος

 Δημοσιογράφος (6973 945 505)

Τέως υπαξιωματικός Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής

Την 6η Μαρτίου 1964, πέθανε ο Βασιλεύς των Ελλήνων Παύλος Α΄, ο κυπαρισσόκορμος και χαμογελαστός Βασιλιάς των καλών ημερών του  Έθνους. Έζησε όλες τις πίκρες αλλά και τις χαρές της ιστορίας του νεότερου Ελληνισμού. Έφυγε από τη ζωή αυτή τον μήνα Μάρτιο όπως  και  ο παππούς του- ιδρυτής της νεότερης βασιλικής δυναστείας, ο εθνομάρτυρας  Γεώργιος Α΄,     

ΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΠΑΥΛΟΥ

Ο Πρίγκιπας Παύλος της Ελλάδος γεννήθηκε την 14η Δεκεμβρίου του 1901 και ήταν υιός του Στρατηλάτη Βασιλέως Κωνσταντίνου Α’ και της Βασίλισσας Σοφίας. Έζησε στα νεανικά του χρόνια τη δόξα του πατέρα του Κωνσταντίνου Α΄, στους βαλκανικούς πολέμους των ετών 1912-‘13. Στη συνέχεια βίωσε τη θύελλα του εθνικού διχασμού και αναγκάστηκε να ζήσει στην εξορία έπειτα από κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών. Ωστόσο, το 1935 επέστρεψε μαζί με τον Γεώργιο Β’ στην πατρίδα σε μία κρίσιμη εποχή.

Ως Διάδοχος του ελληνικού θρόνου  νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Φρειδερίκη του Ανόβερο στις 9 Ιανουαρίου 1938. Η οικογένεια του πριγκιπικού ζεύγους απέκτησε τρία παιδιά. Τη Σοφία, τον Κωνσταντίνο (μετέπειτα βασιλέα των Ελλήνων) και την Ειρήνη.

Σε όλα τα έτη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μαζί με τον αδελφό του Βασιλέα Γεώργιο Β’, ήταν στο πλευρό του μαχόμενου Ελληνικού Στρατού. Στο πεδίο της μάχης απένειμε μετάλλια ανδρείας στους ήρωες μαχητές που σταμάτησαν τους Ιταλούς εισβολείς το 1940. Τον Απρίλιο του 1941, μετά την κατάρρευση του μετώπου έπειτα από τη γερμανική επίθεση, συνέχισε τον αγώνα στο πλευρό των Συμμάχων στην Αίγυπτο.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ & Η ΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΡΟΝΟ.

    Τα δεινά της κατοχής , διαδέχθηκαν τα αιματοβαμμένα Δεκεμβριανά του 1944, που προκάλεσε το Ε.Α.Μ../Ε.Λ.Α.Σ. (ΚΚΕ). Οι Έλληνες είδαν το φρικτό πρόσωπο του κομμουνισμού και η μόνη ελπίδα για επάνοδο στην ομαλότητα ήταν η επιστροφή του Βασιλέως Γεωργίου Β’. Με το δημοψήφισμα της  1ης Σεπτεμβρίου 1946, ο ελληνικός λαός επανέφερε στο θρόνο τον αγωνιστή βασιλέα του. Τη Βασιλική οικογένεια υποδέχθηκαν οι Έλληνες με άκρατο ενθουσιασμό την 27η Σεπτεμβρίου 1946.

Όμως, την 1η Απριλίου 1947 πέθανε αιφνίδια ο πρωτεργάτης του ΟΧΙ του 1940 Γεώργιος Β’ . Η είδηση του θανάτου του βασιλέως πάγωσε την Ελλάδα. «Ο Βασιλεύς απέθανε. Ζήτω ο Βασιλεύς!» Ο  Παύλος, διαδέχθηκε τον αδελφό του  Γεώργιο Β’ με ραγισμένη την καρδιά του. 

Ο  νέος βασιλεύς στο πρώτο του Διάγγελμα στις 02-04-1947, προς τον ελληνικό λαό ανέφερε τα εξής:

«Έλληνες,

Με ραγισμένην την καρδίαν σας αναγγέλλω τον πρόωρον θάνατον του αγαπημένου μου αδελφού του Βασιλέως μας Γεωργίου του Β’. Αφήνει τον κόσμον αυτόν με την συνείδησιν ήρεμον ότι δεν υπήρξε θυσία ανθρώπινη την οποίαν δεν προσέφερεν εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος.

Καλούμενος σήμερον να συνεχίσω το έργον Του, θα αφοσιώσω όλην  την δύναμην της ψυχής Μου δια το καλόν του Έθνους.

Η αιώνια μας Πατρίς , μας καλεί σήμερον εις ένα αγώνα υπάρξεως δια την ανεξαρτησίαν Της και τας ελευθερίας Της. Με την βοήθεια του Θεού, ηνωμένοι, θα τον φέρωμεν εις πέρας.

Ζήτω η Ελλάς

ΠΑΥΛΟΣ Β.

Η άνοδος  του Παύλου στον ελληνικό  θρόνο έγινε  σε μια νέα ταραχώδη εποχή  για την πατρίδα μας κατά την οποία διακυβεύετο η ύπαρξή της. Κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής ανταρσίας (1946-1949), ο ίδιος υπήρξε ο αρχηγός του μαχόμενου Ελληνικού Στρατού. Σαράντα οκτώ φορές βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Στήριγμα του η σύζυγός του Βασίλισσα Φρειδερίκη, που βρίσκονταν και η ίδια στο πλευρό του μαχόμενου Στρατού. Σημαντική στιγμή η παρουσία της βασίλισσας στην Κόνιτσα τον Ιανουάριο του 1948. Μετά από τη συντριβή των κ/συμμοριτών σε Γράμμο και Βίτσι τον Αύγουστο του 1949, έχοντας στο πλευρό του την ακαταπόνητη σύζυγό του Βασίλισσα Φρειδερίκη, ετέθη επικεφαλής του ειρηνικού αγώνα, για την αναδημιουργία της χώρας μας από τα ερείπια που άφησαν οι εν Ελλάδι μπολσεβίκοι του λεγόμενου  μεταπολιτευτικά ως «Δ.Σ.Ε.».  

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 Ως πιστός χριστιανός διακρίθηκε για την καλοκαγαθία του, την πραότητα του χαρακτήρα του και  την πίστη του στο Θεό. Ήταν μία κληρονομιά της γιαγιάς του, της βαθύτατα ορθόδοξης βασίλισσας Όλγας.  Επί των ημερών της βασιλείας του, η Ελλάδα γνώρισε ευτυχισμένες μέρες καθώς ενσωματώθηκαν στο ελληνικό βασίλειο τα Δωδεκάνησα (7-03-1948). Στο διάγγελμα του προς τον λαό της Δωδεκανήσου στην Πλατεία Διοικητηρίου στη Ρόδο στις 7 Μαρτίου 1948 ανέφερε:

 «Κατά την χαρμόσυνον αυτήν στιγμήν φέρω εις τους Έλληνας της Δωδεκανήσου τον αδελφικόν χαιρετισμόν του Ελληνικού Λαού.
Η σημερινή αγία ημέρα, κατά την οποίαν ικανοποιείται ο ζωηρότερος παλμός της Ελλάδος, είναι η ευτυχεστέρα ημέρα της ζωής μου. Ευχαριστώ τον Θεόν διότι έλαχεν εις εμέ η τιμή να περιβάλω με την ενεργόν στοργήν μου την Δωδεκάνησον και να ίδω κυματίζουσαν την Κυανόλευκον εις τον Ελληνικόν ουρανόν της.
Η σημερινή ημέρα επληρώθη με πολύ αίμα και πολλά δάκρυα, αλλά μόνον με αίμα και δάκρυα γράφονται ιστορίαι, όπως η Ελληνική.Η Δωδεκάνησος υπήρξεν εις των λαμπροτέρων αστέρων εις τον ουρανόν του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Υπήρξεν πάντοτε ένδοξον προπύργιον των αγώνων της Φυλής και μήτηρ υπερηφάνων και ανδρείων τέκνων.».

Στις 28 Ιουνίου 1958, κατά την τελετή ενηλικίωσης του Διαδόχου Κωνσταντίνου ο Βασιλεύς Παύλος σε μία αποστροφή του λόγου του ανέφερε και το εξής: 

«Θεράπευε την προσβολήν διά της συγγνώμης, την διχόνοιαν διά της ενότητος, την πλάνην διά της αληθείας, την αμφιβολίαν διά της Πίστεως».


Το 1959, με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε το Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών.Ως πατέρας γεύθηκε τη χαρά για την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου από τον γιού του-Διαδόχου Κωνσταντίνο στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1960.  Ακολούθως, ένιωσε τη χαρά από το γάμο της κόρης του πριγκίπισσας Σοφίας με τον Πρίγκιπα Χουάν Κάρολο μετέπειτα Βασιλέων της Ισπανίας, το 1962. 

Επίσης, το 1963, ήταν παρών στον εορτασμό της χιλιετηρίδας του  Αγίου Όρους, μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα. Μάλιστα ο τότε πρωθιερεύς των Ανακτόρων και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Κοτσώνης σκιαγραφούσε τη χριστιανική πίστη του Παύλου σε άρθρο του στο περιοδικό «ΕΙΚΟΝΕΣ», γράφοντας μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: 

«Ο αείμνηστος Βασιλεύς, καθιέρωσε τη ραδιοφωνική μετάδοση της Θείας Λειτουργίας από το βασιλικό παρεκκλήσιο. Θέλησε όπως έλεγε και με τις ραδιοφωνικές εκπομπές να βοηθήσει στη θρησκευτική εκπαίδευση του λαού μας, προσφέροντάς του μια επιμελημένη  και κατανυκτική Ακολουθία, που να παρακινεί και άλλους να τη μιμηθούν, ενώ παραλλήλως ήθελε  να νιώθει το λαό να συμπροσεύχεται μαζί του

«Ο Βασιλεύς, κανόνιζε το πρόγραμμά του, ώστε να βρίσκεται στην Αθήνα και να είναι ελεύθερος στις  ώρες των Ακολουθιών της Μ. Τεσσαρακοστής και μάλιστα της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδος, για να μη λείψει ούτε και από μία». «Η ευλάβειά του φαινόταν και με την αυστηρή τήρηση των Νηστειών, στοιχεία που κι αυτά μεταβίβασε στα υπόλοιπα μέλη της Οικογένειας του».

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ Α΄

Ο θάνατος του Παύλου Α΄ συγκίνησε βαθύτατα τους Έλληνες. Την ημέρα της κηδείας του, χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες ξεχύθηκαν στους δρόμους της Αθήνας για να πούνε το τελευταίο αντίο στον καλό και αγαπημένο Βασιλέα τους. 

Ο τότε Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, στο διάγγελμά της 6ης Μαρτίου 1964 (της κυβερνήσεώς του) προς το Έθνος είχε υπογραμμίσει τα εξής: «Με άπειρον οδύνην , η κυβέρνησις αναγγέλει τον θάνατον του λαοφιλούς Βασιλεώς Παύλου. Επάλαισεν ηρωικώς προς τον θάνατον και τελικώς υπέκυψεν εις την κοινή μοίρα των ανθρώπων. 

Ήτο αληθής Βασιλεύς. Η απλότης, η αγαθότης, η αρετή, η αφοσίωσις εις το καθήκον και τον λαόν του τον εχαρακτήριζον. Και  ήτο γενναίος. Κατά την περίοδον της εθνικής κατοχής, ως Διάδοχος, είχεν επιμείνει να έλθει εις τα βουνά της Ελλάδος και να τεθεί επικεφαλής της Εθνικής Αντιστάσεως. Και βραδύτερον εις τας σκληράς ημέρας των εσωτερικών δοκιμασιών, ως Βασιλεύς, ευρίσκετο, συνεχώς, εν μέσω των στρατιωτών μας οι οποίοι εμάχοντο δια να υπερασπίσουν την αιωνιότητα της Ελλάδος

Ως Αρχηγός Οικογενείας ήτο υπόδειγμα . Αμοιβαία λατρεία συνέδεεν όλα τα μέλη της Βασιλικής Οικογενείας.

Και ως Άνθρωπος ήτο πολυαγάπητος. Και αν δεν είχε γεννηθή Βασιλεύς, Του προσέδιδεν η απλή ανθρώπινη φύσις Του Αρχοντικό, Βασιλικόν μεγαλείον». 

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, τότε Αρχηγός της Ε.Ρ.Ε. είχε αναφέρει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Υπήρξεν καλός και αγαθός εις την κλασικήν έννοιαν του όρου. Γενναίος και απλούς, ενάρετος, χωρίς να επιδεικνύει την αρετή Του, μετριόφρων μέχρι σημείου που καθιστούσε δυσδιάκριτον την πηγαίαν σοφίαν Του, πιστός εις τον Θεόν και εις το προς την Πατρίδα καθήκον , ανεδείχθη αληθής αρχηγός Έθνους με πολλάς πράξεις Του, αλλά κυρίως ως παράδειγμα ανθρώπου».

Βαθιά συγκινημένος και  ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριοςστο τηλεγράφημά του προς τον νέο βασιλέα Κωνσταντίνο ανέφερε τα εξής: « Κατόδυνοι την ψυχήν επί των θανάτω του Βασιλέως Παύλου ολοθύμως δεόμεθα του υψίστου υπέρ αναπαύσεως Αυτού εν σκηναίς διακίων, απευθύνομεν δε τη υμετέρα Μεγαλειότητι και τη λοιπή Οικογενεία βαθύτατα συλλυπητήρια, ευχόμενοι ολοψύχως όπως το ευσεβές Έθνος συνεχίση υπό την Υμετέραν Βασιλείαν την ένδοξον αυτού παρείαν.». 

Ο Παύλος Α΄, ήταν προσιτός ως άνθρωπος, εύχαρις και αθλητικός στις κινήσεις, διατήρησε σχέση στοργής και δημιουργικής αφοσιώσεως με τα μέλη της οικογένειας του. Άκουγε θέσεις και προτάσεις από τους συνεργάτες του, τις μελετούσε και τις μετουσίωνε σε πρακτικές αποφάσεις υπέρ του Λαού του. Αναντίρρητα, ο Βασιλεύς Παύλος Α’, υπήρξε πραγματικά ο Ανώτατος Άρχοντας των καλών ημερών της νεότερης ιστορίας της Ελλάδος.