[Φωτο: Η Ελληνική εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Πέστη σε φωτογραφία των αρχών του αιώνα]
Η συμβολή των Ελλήνων στην οικονομική, πνευματική και κοινωνική ανάπτυξη της Ουγγαρίας είναι σημαντική. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει ο Ούγγρος νεοελληνιστής Ανδρέας Χόρβατ για τους Έλληνες της Ουγγαρίας:
”Στην Ουγγαρία οι Έλληνες έπαιξαν σπουδαίο ρόλο σ όλους τους κλάδους της οικονομικής ζωής. Στην αγροτική οικονομία ως ενοικιαστές και κατόπιν ως ιδιοκτήτες, προσπάθησαν να εισαγάγουν διαφόρους νεωτερισμούς. Στο έδαφος της νέας πατρίδας έκαναν δοκιμή με τη βαμβακοφυτεία και την καλλιέργεια της σταφίδας. Στη βιομηχανία, κυρίως στη χειροτεχνία, απέκτησαν την κυριαρχία επάνω στα σινάφια χάρη στο κεφάλαιο, που είχαν στη διάθεση τους. Σιγά-σιγά όλο το μεγαλεμπόριο έφτασε στα χέρια των εποίκων, που, ως μέλη των πολυάριθμων ”κομπανιών”, αντιπροσώπευαν δύναμη ασυναγώνιστη. Είναι αυτονόητος επίσης ο σημαντικός ρόλος που έπαιξαν στον κυρίως χρηματοοικονομικό βίο της Ουγγαρίας. Αυτή η οικονομική δύναμη που οι Έλληνες της Ουγγαρίας απέκτησαν με την ιδιοφυϊα τους και τα ποικίλα προνόμια εκ μέρους των εγχωρίων αρχών, δημιούργησε γερή βάση για μια αξιοθαύμαστη εκπολιτιστική δράση, με κάλλιστα αποτελέσματα για τον πνευματικό βίο όχι μόνο των ίδιων των Ελλήνων, αλλά και των άλλων ομοθρήσκων βαλκανικών αδελφών”.
Πρωτεύουσα των ελληνικών κοινοτήτων της Ουγγαρίας ήταν η Βουδαπέστη και κέντρο των ομόδοξων Βαλκάνιων αποδήμων η σερβική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Πέστης, όπου εκκλησιάζονταν αρχικά Έλληνες και Σέρβοι και η λειτουργία γινόταν εναλλάξ στα σερβικά και τα ελληνικά. Το 1790 όμως οι Έλληνες της Πέστης έχτισαν δική τους εκκλησία, ”εις την οποία γίνεται η λειτουργία εις ελληνικήν γλώσσαν”, την Κοίμηση της Θεοτόκου( Αγορά οικοπέδου Δημήτριος Αργύρης κλπ Γκραικοβλαχοι Έλληνες ), που εγκαινιάστηκε τον επόμενο χρόνο από τον Έλληνα ορθόδοξο επίσκοπο Βούδας Διονύσιο Παπαγιαννούση-Πόποβιτς, ο οποίος καταγόταν από την Κοζάνη. Η εκκλησία έγινε με δωρεές της ”Αδελφότητας των εν Πέστη πραμματευτάδων”, και κυρίως των Σοφίας Λύκα και Αλέξανδρου Λέπωρα, που κατάγονταν από τη Μοσχόπολη, και του λόγιου εμπόρου Γεωργίου Ζαβίρα από τη Σιάτιστα. Τα σχέδια έκανε ο Γερμανός αρχιτέκτονας Ιωσήφ Γιουνγκ, το τέμπλο σκάλισε ο Έλληνας ξυλογλύπτης Νικόλαος Ιωαννίδης και την αγιογράφηση έκανε ο ζωγράφος Κουχλής. Ο νάρθηκας της εκκλησίας αγιογραφήθηκε το 1799 με δαπάνες του Βερροιώτη εμπόρου στην Πέστη Νικολάου Μπικέλα (Βικέλα). Στην εκκλησία διετέλεσαν εφημέριοι πολλοί λόγιοι, όπως ο Χαρίσιος Σακελλίων, ο Κοζανίτης Χαρίσιος Μεγδάνης, ο Θεόδωρος Γεωργιάδης, ο Ιωάσαφ Μαυρομμάτης από τον Αίνο, που έγραψε και Εγκόλπιον περί των τέκνων ανατροφής που τυπώθηκε στη Βουδαπέστη το 1866. Στον τάφο του χαράχτηκε το συγκινητικό επίγραμμα: ”Ώδε κείται Ιωάσαφ Μαυρομμάτης Αρχιμανδρίτης / ο ξένος εξ Αίνου εν ξένη / διά ξένους”. Η ελληνική εκκλησία υψωνόταν στην αριστοκρατική συνοικία γύρω από την πλατεία Πέτεφι (Petőfi), που είχε το όνομα του μεγάλου Ούγγρου ποιητή, ενώ τα περισσότερα μέγαρα της μνημειακής πλατείας ανήκαν στην ελληνορθόδοξη Εκκλησία και σε μέλη της ελληνικής κοινότητας.
Πηγή: Χρίστος Ζαφείρης, Βαλκάνιος Πραματευτής